Τρίτη, 4 Αυγούστου 2009

ΓΥΘΙΕΣ ΚΑΙ ΤΣΟΥΚΝΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ...ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Γυθιές και τσουκνιστικά

Πολλοί την διαβάζουνε αυτην την επικεφαλίδα μα λίγοι κατέχουνε ίντα θα πή
Λοιπόν τα παλιά χρόνια όποιος εβάριχνε νε ποθές για να μην κακοσυνέψη επηγαίνανε σε ειδικούς τους λέγανε πώς πότε και γιατι τραυματίστικε και μετά αυτοί επιάνανε με το αντίστοιχο χρειαζόμενο που ήτανε η αιτία να χτυπήση πέτρα ξύλο γη δεν γατέχω ίντα άλλο μπορή να βαρή κιανείς και άρχιζε και του σταυρωνε την πληγή με αυτό και έλεγε και μια γυθιά ψιθιριστά σχεδόν απο μέσα ντου τρείς φορές και μετά η πληγή θα κλιούσε χωρίς να κακοσυνέψη και να κυντινέψη ο τραυματίας . Πολλές φορές πάλι άμα είχε κιανείς καμιά πάθηση άς πούμε σήμερο καμιά χρόνια πάθηση και τονε επιανε κατα καιρούς ζάλι ή έτρωενε πράμα και είχε σαν αλεργικό, ακόμα και άλλες χίλιες δυό περιπτώσεις, τότες εκάνανε χρήση και στα τσουκνιστικά πήγαινε πάλι ο αρωστάρης στο ειδικό τού έλεγε τα συμπτώματα τσι αρρώσθιας καυτός έβανε κάρβουνα σ’ένα βύσαλο και έκιεγε άνθη ξεραμένα,ένα μικρο ποσοστό ήτανε και καβαλίνα του γαιδάρου, μερικές τρίχες ψαρές απο κεφαλή γριάς, κοκκαλάκια τσι νυχτερίδας μικρά κοκκαλάκια απο την χαχάλα του καβρού, μικρό κομματάκι απο το πουκάμισο του όφι που βγάζη το καλοκαίρι και διάφορα παρεμφερή δυλητιριώδη και γνωστά αντικείμενα της φύσης για να προκαλούνε τον φόβο.. Όπως εκάθουντονε ο αρωστάρης στην καρέκλα τονε όταν ήτανε ή ώρα για να τονε τσουκνίση επορίζανε όλοι όσοι ήτανε μέσα στο σπίτι όξω και έμενανε μόνο ο ειδικός γιατρός με τον αρωστάρη άναβε τα ανάλογα τσουκνιστικά μέσα σ’ένα βύσαλο και μετά τονε θύμιαζε με το βύσαλο τρείς φορές γύρω γύρω και στο τέλος άφηνε το βύσαλο κοντα στα πόδια του αρωστάρη και με την κατάλληλη φορά του αέρα ο καπνός να πηγαίνη κατα πάνω ντου για να τσουκνιστή καλά που απο τσι πολλούς καπνούς εκρουγουντονε ο αρωστάρης και στο τέλος εντάκιερνε να βύχη απο το πολύ καπίτουλο ( ο βύχας και η δισπνοια σύμφωνα πάντα με το κομπογιανήτη γιατρό ήτανε ένδειξη ότι τα κακκά πνέματα φεύγουνε απο την μπούκα του αρωστάρη και άμα δεν μπούνε καινούργια θα γίνη καλά.)
Όποιος ήτανε φευγάτος απο το χωριό και ήτανε παομένος στα ξένα αυτός εθεορούντανε κοσμογυρισμένος αυτός πάντα είχε την κλήση και την προοπτική να γίνη ο ειδικός για γυθιές και να κάνη χρήση και στα τσουκνιστικά, γιατί εκεί στα ξένα έβλεπε και εμάθενε πολλά όπως το κοπέλι που θα δείτε παρακάτω στην ιστορία που θα διαβάσετε με μεγάλι προσοχή.
Εκείνα-να τα χρόνια ετούτο-νά το κοπέλι ήτανε το υστεροβύζι και είχιενε η μάνα ντου δώδεκα γενιές καομένα μα ήτανε στη ζωή μόνο τρείς θυγατέρες και πέντε αρσενικά κοπέλια. Ο κύρης των ετούτο νά των κοπελιώ ήτανε σκοτωμένος στην επανάσταση του 1897, και από κια καί ύστερα η κακομοίρα η μάνα ντωνε είχιενε αξωθή του Χριστού τα πάθη να τα μεγαλώση και να μην τα φάη τσι Τουρκιάς η μπάλα.
Ετούτο να δα το υστεροβύζι πρέπει νάτανε δέκα δώδεκα χρονώ ταμάνιμως, μόνο αφηνωμε το ένα και πιάνωμε το άλλο, το πήρενε ο μπάρμπας του που το αγάπανε καλιά απο τα δικάν του κοπέλια και εκατέβηκε μαζί και με την μάνα ντου στο Καστέλι, έκια δά, εσήμωνε ένα καράβι και εφόρτωνε και εκουβάλιενε πελέκια για την Αφρική καιεγρυκούντανε πώς τα ξεφώρτωνε στην Αλεξάντρεια. Έσάσανε τα χαρθιά που εχριάζουντονε το κοπέλι και το παραδώσανε του καπετάνιου να το δώση τού άλλου θείου του κοπελιού που ήζενε πολλά χρόνια στα ξένα , αυτός σάηκας πρέπη νάτανε έκια αναμαζωμένος παραπάνω απο εικοσι-πέντε χρόνους πρίν, όπως τωνε διηγούντανε η μάνα ντωνε και επικοινωνούσανε μόνο με γράμματα καιδέν τον είχανε ξαναθωρώντας μπλιό. Τό μόνο που εκατέχανε από ένομής του , μόνο πώς ήτανε ανήπαντρος και του λέγανε στα γράμματα να παντρεφτή γιατί αυτός είναι ο προορισμός του αθρώπου.
Το λοιπός πάνε το κοπέλι στο λιμάνι το παραδείδουνε του καπετάνιου και η κακομοίρα η μάνα ντου τόκλεγε σε ούλο το δρόμο και του παράγγερνε κιόλας με χίλιες δυό αρμήνειες, σέ όλο τον δρόμο δεν αρνέψανε τα μάθιαν τζι το κλάημα και το αναστουλούφωμα τού δεινε εφκιές και ότι εμπόριενε να πή του κοπελιού και εκάτεχιε όλα του τά λεγε μαζωμένα μέχρι να το ποβγάλη να πάη στα ξένα.
To κοπέλι εστενοχωρούντανε που εθώριενε τη μάνα ντου να κλαίη μα πιό πολύ εχαίρουντονε που έπήγαινε στα ξένα στου μπαρπαδή ντου, Σάν εφτάξανε στο λιμάνι εξεφορτώσανε το γάιδαρο τα πράγματα, εδώκανε το κοπέλι στο καπετάνιο και μαζί τα χαρθιά ντου τα πράγματά του πού τάχανε ομορφο σασμένα μέσα σ’ένα σταφυλοκόφινο καισε πύλινη φλάσκα είχανε βαρμένη τσικουδιά,και σ’ένα μικρό ασκί είχανε σακιασμένα καλά καλά παλιό κρασί (μαρουβά) και σ’ένα μεγάλο ασκί λάδι, Σ’ένα πετροκόφινο είχανε καρύδια ξερά δυό-τρία τυρομαλάματα δυο τρία δεματάκια φασκομηλιά για το βραστάρη, και ένα τσούκο ελιές, σ’ένα πύλινο γαλαφτιδάκι σύγλινα και ένα γράμμα. Ετούτανα δά τα πέμπανε πεσκιέση του θείου απο τα μαξούλια ντονε.
Ας είναι δά, για να μη τα πολυ-λογούμαι εμπήκιενε το κοπέλι στο καράβι εφύγανε και όλα ήτανε καλά η θάλασσα τσι δυό πρώτες μέρες ήτανε λάδι, το κοπέλι εξάνοιγε όλο πρός την πλώρη του καραβιού και έβανε την παλάμη του δεξού χεριού ντου στο κούτελο για να μήν τονε θαμπώνη ο ήλιος και είχε τα μάθια ντου καρφωμένα μπάς και δή την στεριά και ανηπομονούσε πότε θα φτάξουνε με την φαντασία του εσκεφτουντονε πώς θα δή αλιώτικους αθρώπους όπως έλεγενε ο δάσκαλος στα θρησκευτικά έκια είναι η χώρα των φαραώ, η γής της επαγγελίας, του εφαίνουντονε πώς, όπως ο γάιδαρος στο χωριό κάνη καβαλίνες θα πρέπη έκιαοι καμήλες να κάνουνε στο δρόμο χρυσάφι, δηλαδή εφαντάζουντονε σάν να πήγαινε στο παράδεισο και απόκια πού εφυγε μπορεί να ήτανε και η κόλαση που λένε. Και έκια που περνούσανε ούλα τούτανα απο το μυαλό ντου σιγά-σιγά εντάκαρε να κουνά το καράβι καί σάμε να σκοτεινιάση είχιενε τόσηνα τρικυμία που το καράβι εκαταχτύπανε απάνω στα κύματα και όλοι εβαστούσανε καφκιά και αδιάζανε συνέχεια τα νερά που μπαίνανε μέσα απο τα κύματα για να μη βουλιάξουνε. Ο καπετάνιος έβαλε το κοπέλι μέσα και τό φραξε σαν το ριφάκι για να μη πορίζη όξω να το πάρη η θάλασσα, μα αυτό εξάνοιγενε απο την τρύπα του ρόζου τσι πόρτας και εθώριενε όλα όσα εγίνουντονε, και εβάστανε με τα δυό ντου χεράκια να μη πέση κιόλας. Επέράσανε μεγάλο ζόρε μέχρι να ρθή πάλι η θάλασσα μπονάτσα και κάποια μέρα εβοήθησε ο θεός και εφτάξανε και έφταξε και το κοπέλι και στού περιβόητου θείου.Αυτός δέν ήτανε έτσα που τονε φαντάζουντονε, αυτός ήτανε ένας αραμπάτης και κακομοιριασμένος άθρωπος, ήρθενε στα ξένα και αντι να γενή πιο καλός απ΄’οτι ήτανε αυτός εκατέβηκε στο προ τελευταίο σκαλοπάτι τσι κοινωνίας, έπαιζε νε κουμάρι εδούλεγε και όλα του τα λεφτά τα έτρωε νε στο κουμάρι γιαυτό και δεν αγιάγιερνε οπίσω στο χωριό γιατί είχε μπλέξη και εντρέπουντονε να γυαγύρη για να μη τονε πέζουνε οι γι’αθρώποι, με ίντα μούρη ήθελα τσι αντικρίση. Όλοι ήθελα το ρωτούνε στα καφενεία στα σπίθια στα γύρω χωριά και αυτός ίντα ήθελα τωνε λέη. Καί έτσα απο ντροπής έκάθουντωνε στα ξένα....
Ας είναι δά το κοπέλι ήρθενε στου μπάρμπα ντου αλλά πράμμα δεν του άρεσε όσο είχε την όρεξη να φτάξη εδά είχε απογοητεφτή και έλεγε αμάν και τότε να γιαγύρη
Πάλι στο χωριό ντου, έπαέ πού ήρθενε όι γι’αθρώποι μιάζουνε σάν τζί αντζιγκάνους φορούνε σάν γυναικία ρούχα τσι κελεμπίες, μιλούνε τσαλαμπουρνέζικα, και αυτοί πιό πολύ μαγαρίζουνε απο τα δικά μας άπλιτα κοπέλια στο χωριό, του χτυπαρθούνι τα κοπέλια.
Εθυμούντανε τσι άλλους θείους στο χωριό που το κερνούσανε στο ντουκιάνι (καφενείο) και ετούτος σε έπαε είχιενε τσι συνήθειες των ντόπιο αθρώπω και ήτανε πιό ατζίγκανος από αυτούς.
Για να μη τα πολυλογούμε το κοπέλι αντί για καλύτερα εύρικε χειρότερα έμαθε και αυτό κουμάρη και επλεξε και με παπατζηδες και με τα χαρθιά έπαιζε το εδω παππάς εκει παππάς πού είναι ο παππάς έμαθε να λύνη και να δένη τα μάγια, γιατί όπως λέη και μιά παροιμία με όποιο δάσκαλο θα κάτσης τέτθια γράμματα θα μάθης, ακόμη όταν κάποτε εγιάγυρε παλι στο χωριό έκανε και αυτός γιατροσόφια με γυθιές και τσουκνιστικά και έκανε και χαμαήλια και εμοίραζε των ανθρώπω να φορούνε να μην τσι πειράζη το κακό πνεύμα.
Αυτός εγύτεβε ακόμη και τσι μελιτάκους (μυρμίγγια) μια φορά του λέη ένας γείτονας γλάκα και έλα στο αλώνι να μου γυτέψης(να μού διαβάσης) τσι μελιτάκους γιατί έρχοντε και μου πέρνουνε τον καρπό απο τσι θεμωνιές και δεν θα μου αφείσουνε μα την κοινωνιά μου δράμη καρπό σάμε να τονε αλωνέψω, και φεύγη και αυτός και κατεβαίνη στ,αλώνι και εβάστανε ένα κάρβουνο σβυμένο και μιά ψιλή κλωστή απο καρώλη και δένη ένα μελίτακα από την μέση και τονε βάστανε κρεμασμένο στη χέρα ντου κια’πόκιας εντάκαρε και του διάβαζε την γυθιά και την είπαινε τρείς φορές κι απόκιας με τη μαύρο κάρβουνο κάνη ένα σταυρό κιοπόκιας σταυρώνη μιά πλακουτσωτή πέτρα και την αφήνη απάνω στη τρύπα τσι μελιτακιάς κια πόκιας επαίταξε το κάρβουνο απάνω στη θεμωνιά, και την άλλη μέρα είχανε εξαφανιστή όλοι οι μελιτάκοι και δεν εξανα σύμωσε ούτε ένας κοντά οθεν το αλώνι. Και εμείς επηγαίναμε σε όλες τσι μελιτακιές και τσι ξανοίγαμε ΄και εθορούσαμε όλες τσι μελιτακιές χωρίς μελιτάκους με τσι τρύπες και τα μονοπάθια ντωνε αδιανά…………και εγκαταλελημένα…..
Στά γέρα ντου τό παιζε νε προφήτης και είχιενε αφητά μακριά ψαρά γένια και επόμεινε και ακούρευτος και έμοιαζε νε πιό πολύ με διάολος παρά για προφήτης
Και στα ύστερά ντου όταν έπεσε στο κρεβάτι, όντενε πόθαινε τσι μέρες που ψυχομάχιενε λένε όσοι ήτανε θρήσκοι και καθαροί πώς εθορούσανε και εμπαινοβιένανε κόκκινοι μελιτάκοι απο την μπούκα ντου , και ήτανε από κια που τσι γύτεγιε, τώρα αλήθεια ή ψωματα έτσα το λέγανε οι γι’αθρώποι.......Και πιός κατέχη…. μπορή κιόλας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: