Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Ο ΣΤΡΑΒΟΣ Ο ΜΑΘΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΣΚΗΝΤΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

. Ο στραβός....ο ασκηντής...και ο μαθιός

Αρχίζουμε απο τα εύκολα για να πάμε στα δύσκολα Το λοιπός Σ. ολες τις εποχές πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν σαν αυτους που θα περιγράψωμε παρακάτω……..και ντακέρνωμε με τον……….
Ασκηντη το Χρήστο πρώτος και καλύτερος θεοσεβουμενος με τζουμπέ, κρανος και αρύδια, Ο Μαθιός ξυπόλυτος και με το ( γα-γα-γα-πώσε ), και ο κακομήτσης ο Γαλανογιώργης άτυχος και βασανισμένος με το κατα κόσμον παρατσούκλι .. ( ο στραβός ) είχε χάση το φώς του και απο τα δυό ντου αμάθια μικιός απο μια αρώσια λένε την οστρακιά…στη ζωή ύστερα επόμεινε στραβός,και εβασανίζουν ντονε.ο κακομήτσης και δεν εξεχώριζενε παρα μόνο λίγο –λίγο την νύχτα απο την μέρα…ε.ιχιενε όμως αυξημένες τις άλλες του αισθήσεις και επόρηζε νε όξω χωρίς να θωρή με μια φορτωτήρα στη χέρα και εγύριζε τσι λαγάρες και τα ρυάκια στη περιουσία ντου έστενε μπαγίδες τσι ζουρίδας και του αρκάλου και πλάκες για τα κυνήγια και βροχάδες και επήγαινε και τα γύρεγε τσι ταχυνάδες με τοσηνα πητηδιωσύνη σαν να είχιενε και τα δυό ντου μαθια…. να θωρή……. και μια φορά λέη σ΄τσι κουκουναρές εκουτελώσανε μ ένα χωριανόν ντου και αυτος λέη επαραπηρενε όθεν τον ερικιά του μέτζου για να δή πούρη μου ανε ντον νε γκιαστή και μόλις λέη έφταξε έκια εξεστάθηκε και γυρίζη όθεν τον ερικιά και λέη ,,,,, ποιός είναι μωρέ έπαε ¨…….ε.εεε…. ογιάντας δε μιλής ‘’ ποιος είσαι μωρέ έτα…………….και πορίζη και ξεχώστηκιενε ο αλλος μέσα απο τον ερικια …. και εχωράτεψε νε… ο γής τον άλλο και εφύγανε……ο κακομήτσης ο γαλανογιωργης ήτανε και χωρατατζης του αρέσανε τα αστεία , είχιενε και ένα μικιο σκούρο λυράκι με γερακοκούδουνα που στη πίσω μπάντα ήτανε ζωγραφισμένη μια άγκυρα με συνδιασμο μαζι με ένα σταυρό και το παιζε και εσκότονε την ώραν ντου.Στα γλέντια τονε βάνανε και των έπαιζε και αυτος τα δικά ντου και άμα τονε συκώνα νε να χορέψη έπιανε στη μέση αλαμπρατσέτο και ήθελενα του παίζη ο λυράρης ( τον αρχη χανιώτη ) ….. Κάθε μέρα τόχιενε το λυράκι στο βουργιάλι ντου μαζί με μιάολια ψωμί και το τζούκο με τ’ελιές. ‘ηχιενε και μια μποτίλια κόκκινο καλό κρασί. ( μαρουβά )και ένα κρομύδι που το κοπάνιζε με τη χέρα ντου για να το σπάση απάνω στο γονατό ντου…. και κάποια ώρα έγρύκας το λυράκι ντου να παίζη μόνο για τον απατο ντου…πότε στο περβόλι γή στη χαλέπα και πότε στο κιβούρι στη ποταμίδα σε κανένα παχυ ασκιανιό ……και τονε γρυκούσανε και οι άλλοι όσοι ήτανε γύρω γύρω ….…σ΄τσι περιουσίες τωνε…και ο πιο ντεπέλης-και μερακλής επαρέτα νε το σκαπέτι και επήγαινε κοντα του να του κάνη παρέα.Πάντα του εφόριενε κουτελίτη μια μπολίδα που εκατέβαινε τόσονα χαμιλά που του φραζε το ένα αμάτι τελείως και λίγο άλλο……Μέσα…ντου ήτανε ριζωμένες βαθιά όλες οι τοπικές συνήθειες και οι τρόποι συμπεριφοράς ‘όπως του τσι μάθανε οι γονέοι ντου και μέχρι τη μέρα που εστραβώθηκε…χωρίς καμιά διαφορά και εξέληξη ΄0πως ακολουθούσανε λίγο πολύ η κοινωνία και όλοι οι ανοιχτομάτηδες συνομήλικοί ντου… οπως εγρυκούντανε όσοι τονε γνωρίζανε ελέγανε πως ήτανε πολύ αυστηρως σ΄τσι κουβέντες του…………και στη κριτική ντου………ήταν αγαπητός σε όλους….επίσης αν και τυφλός πήδησε πολλά παλούκια στη ζωή ντου και πολλές δεκαετίες και εξεπέρασε πολλούς συνομήλικούς του και ανοιχτομάτηδες στα χρόνια Ο Γαλανογιώργης έζησε μέχρι στα βαθεια γεράματα και όταν απεδήμησεν εις Κύριον ήλθε πολύς κόσμος και τον κατευοδωσεν με τιμές και δόξες……το μόνο που δεν μπόρεσε να αφήση κλερονομους……δεν μπειράζη…δεν ήταν απο το θειό γραμμένο …..άφησε αυτός καλές πράξεις και γρυκούντε ακόμη και σήμερο οι ιστορίες του….


2Αξωπίσω απο το Γαλανογιώργη ΄ο θεός μας έπεψε στα χωριά μας τον ασκηντη το χρήστο για να μας σε δοκιμάση και τον Μαθιό για να μας παραδειγματηση και να μας μαηνάρη να γίνουμε ταπεινοί και όχι πετεινοι και να προσέχουμε εμείς που έχουμε την υγειά ..μας τουλάχιστο να μη καβαλήσωμε το καλάμι…
……….
Ο Ασκηντης ο Χρήστος λοιπόν‘ητανε θεοσεβούμενος και καλοκάγαθος άνθρωπος, εφόριενε παπαδίστικο τζουμπέ και στη κεφαλη ντου ένα στρατιωτικό κράνος εγγλέζικο…
Ήτανε αρματωμένος με αλυσίδες.στη μέση ντου εζώνουντανε με μια φαρδιά ζώνη φορτωμένη με αρύδια κλαδεύτηρους μαναράκια μαχαιρια τσακάκια τριτσέτα ξυλοφάδες σφυλάτσα Ευαγγέλια.απόστολους και όλα τα χερουβικά, και όλους τους ψαλμούς του Δαβίδ… όλα τα βάστανε απάνω ντου και άλλα ήτανε σ΄τσι απόκρυφες τσέπες του και άλλα ήτανε κρεμασμένα στη μέση ντου έφόριενε στα πόδια ντου ξύλινη καλύκωση που ήταν σε σχήμα ( βλαχικο τσαρούχι ) και είχιε κρεμασμένο και ένα τσαρούχι στη μέση ντου για την κακιά ώρα που λένε μήπως και του σπάση κανένα απο αυτά που φωρή να το χρησημοποιήση……….Αυτός εγύριζε φαίνεται όλο το ψηλορείτη γύρω γύρω γιατι εβρεθήκανε αθρώποι που τονε γνωρίζανε απο το Μυλοπόταμο απο τη βορεινη μπάντα του ψηλορείτη να μπή στο Μαλεβύζι να κατεβή στη Μεσσαρά να ξετρυπήση στο τυμπάκι να γύρη μέσα.απο τη πίσω μπάντα τα πίσω χωριά…… Όπου και να πέρνανε τον νε διπλαρωνανε όλοι απο κοντα για να τσι βοηθά….’οποιοι επρολαβαινανε πρώτοι τονε πιάνανε και τονε μαγγανίζανε με το συργούλιο επειδή ήτανε χεροδύναμος και θεριό σαν τον ελέφαντα …..εδά…στη μεσσαρά εβρήνουντονε στο αμάρι..γή.. όθεν τα μαλεβύζα -κρουσώνα να ρθή πόδε… ‘οθεν το μυλοπόταμο των κρατηζανε για να των νε σκίζη ξύλα…. ετότες ήτανε και η εποχη που εσάζανε τα καμίνια σ’τσι κορφές και όπου εμπέρδεγε εγαναχτιζενε να ξεμπερδέξη….του δύνανε και αέρα …απάνω Χρήστο…απού χιου…. μωρέ Χρηστο….αντε μωρε Χρήστο και μείς θα σε παντρέψωμε με την καλύτερη κοπελιά.. και εθώριες το μανάρι του Χρήστου και έβγενε νε πιο ψηλά και εκατέβαινε με πιο’μεγάλη ταχύτητα και δύναμη και τα χοντρά κουτσούρια τά’σκιζε χωρίς καμιά δυσκολία……λές και ήτανε χασές…γή εσύκωνε θεόβαρα κουτσούρια απο τη μια μπάντα ……..και τα πήγαινε στην άλλη…..Αυτός ο κακομήτσης εξετρύπανε όθεν τα χωριά μας πολλές φορές τον καιρό που ελωνευγαμε . …έσαζε τω κοπελιώ σταυρουλάκια απο ελαινιο ξύλο…τονε ταήζανε οι γιαθρώποι και εμπαινε και αυτός στο βολόσυρο να τσι βοηθήση στο αλώνι μα καμοιά φορά τα βούγια τονε φοβούντανε με τσι σιδέρες που εβάστανε και την πανοπλία ντου και όπως εσύμωνε αυτός στο αλώνι εξετριοδήζουντανε αυτά να βγούνε όξω απο το αλώνι….την εποχή εκείνη να….τηλεόραση δεν υπήρχε ακόμη και τα ράδια και τα γραμμόφωνα λίγα , ρεύμα καθόλου , οι γιαθρώποι για να περάση η ώρα τους τα βράδυα απής εποδειπνούσανε επορίζανε όξω σ΄τσί αυλές και είχανε τα καρεκλάκια τους γή τα κουτσουράκια τους και εκάνανε βενκιέρα να περάση ή ώρα μέχρι να πάνε να θέσουνε στα κοιμητόρουχα…. Έκια εγρύκας όλα τα νέα και ότι ιστορία μπορης να φανταστής….. μόνο οι κοπελιές οι αραβωνισμένες ελείπανε γιατί αυτές επομένανε μέσα στο σπίτι και εκάθουντονε μπροστά στο λύχνο και εκεντουσανε και εσάζανε την προίκα τους…..αυτές όλη μέρα και εφέγγανε εφαίνανε στο αργαστήρι τσι πατανίες των νε και τα βράδυα που εσκοτείνιαζε επλέκανε οι μαναδες τονε με τσι μπανέλες και εκεντούσανε οι κοπελιές γιατί την άλλη μέρα που ήθελα ρθή η ώρα να γενή ο γάμος…έπρεπε να δείξουνε στο γάμο την προίκα τους και το νοικοκεράτο τους…..Μόνο αφήνωμε την μια κουβέντα και πιάνωμε την άλλη…Μια βραδυά λοιπόν απο τούτες σας ελαγώνεγιε και ο Χρήστος στα χωρια μας και για να τονε πειράξουνε να γελάσουνε εθωρούσανε πως εγλυκοξανοιγε έκια μια κοπελιά… ελεύτερη …και του λένε γιάε Χρήστο θα σε βάλωμε να θέσης στο οντα με τη κοπελιά και ενε τσι κάμης πράμμα θα σου τη δώσωμε,,,αλλοιώς δεν σου τη δίδωμε….πάνε τάχα μου και στρώνουνε το κρεββάτι και ετοιμάζουνε τα κοιμητόρουχα του ζευγαριού και χωνουνε τη κοπελιά… κιαπόκιας του λένε χρήστο ότι ώρα θές εδά μπορής νας πάς…όλα είναι έτοιμα στο ονταδάκι…επορπαθιενε και αυτος ένα ένα τα σκαλέρια σοβαρά σοβαρά πού αν ΄δεν το βλέπανε θα την ανέβαζε ο Χρήστος δυό δυό τη σκαλα ….’ητανε χαμογελαστός και ευτυχισμένος .και εκανάκιζενε τα γένια ντου…και απής εσωπάτησε στη σκάλα στην απάνω μπάντα αντι να αντικρύση τη κοπέλια θωρή και ήτανε θεμένος ο αδερφός τσι …κοπελιάς…μέσα στα κοιμητόρουχα… και βάνουνε οι άλλοι τα γέλια ο χρήστος εμπροσβάρθηκε και ενευρίασε και σέρνη απο τη μέση ντου μια. σπάθα έτοιμος να φετοκόψη όποιος βρεθη στη τροχια της λεπίδας του όποιον πρωτοπρολάβη. …ένα – δυό μαζί΄και…τρείς. εκάλυπτε το μήκος τσι κόψης τσί σπάθας.οι πιό μεγάλοι εμπήκανε ομπρός απο τα γυναικόπεδα να τονε κοντέψουνε και απάνω στην αναπουμπούλα ξεκρεμά γερά γερά ένας , ένα γερμανικό τουφέκι και παίζη δυο μπαλίδια στον αέρα και απου.φύγη -φύγη ο Χρήστος…Που απο το βρούχος εκουφαθήκανε τα κοπέλια εξυπαστήκανε και οι σκύλοι και εντακάρανε και εγαυγίζανε εστρυφογυρίζανε στα σοκάκια και δεν εγατέχανε που να γύρουνε μα εκουφάθηκιε νε και ο Χρήστος και εχάθηκε μέσα στο σκοτίδι και τονε πείρανε απο πίσω και οι σκύλοι και εγλακούσανε ο κάθε χωριανός και έκραζε νε και αναμάζωνε τον εδικόν του γιατί ήτανε όλοι δακανιάρηδες να μη τονε δακάσουνε κιόλας…και ο χρήστος δεν εξαναφάνηκε στα χωριά μας και μετά απο χρόνια εκούστηκε πώς τονε βρήκανε σε μια βαρυχειμωνιά σένα σπυλιάρη μέσα ποθαμένο…………ο θεός να του συχωρέση και αυτηνού και εμάς που τονε πειράζαμε…




3
Εδα θα παίξουμε ένα σάλτο να περάσωμε δυό – τρία ρυακάκια να πεταχτούμε σένα άλλο κοντοχωριανό μετοχάκι που εγενήθηκιε ο Μαθιός…. να δούμε ποιός, ήτανε πάλι τούτος σας… ……ο καλός Σαμαρίτης…και όχι Καμαρίτης γιατί εμείς στο μυλοπόταμο έχουμε πολλούς Καμαρίτηδες….και καθόλου Σαμαρίτηδες………ο κακομήτσης πάλι ο Μαθιός ήτανε άλλος ενας άγιος άθρωπος…καλός και αγαπητός σε όλο τον κοσμο…
ήτανε απο τσι μάνας του τη κοιλιά ξυπόλυτος μέχρι που επόθανε…ξυπόλητος επορπάθιενε μέσα στο σπίτι στα σοκάκια στον αμαξωτό και το καλοκαίρι που πέρα πόδε ελειώνανε οι πίσσες απο… την κάψα .αυτος τσι πάθιενε χωρίς να καίγουντε οι πατούχιες του…εγύριζε στο ψηλορίτη επάθιενε τσίτες μπικωτές πέτρες μα οι πατούχιες του ήτανε σκληρές .και απο τα πρινόξυλα...και δεν εκαταλάβαινε ντίπη … για τον κύριον Μαθαίο ήτανε σαν να πορπατούσε με κρητικά στιβάνια απάνω σε μπαμπάκια ………Αυτός δεν έσκηζε ξύλα ούτε έστενε μπαγίδες τσι ζουρίδας……..Ο Μαθιός ήτανε και αυτός θεριό και γεροδεμένος μα μπραγιός κοσμοπολίτης και σπιτόγατος επήγαινε στη χώρα έβγαινε στο μυτάτα στη εποχη που τυροκομούσανε οι βοσκοί στο ψηλορείτη και έτρωε χουμά και αθότυρο.και την εποχή που κάνανε τσι κουρές των οζώ έβγαινε και έτρωε κανένα κομάτι κριάς οφτό..ήτανε καφενόβιος ήσυχος και αγαπητός τον αγαπούσε ο κόσμος και τους αγαπούσε και αυτός και έλεγε το γνωστο σε όλους ………….( γα-γα-γα-πώσε ).
κείνη την εποχή ήτανε δύσκολη η επικοινωνία και η μετακίνηση και τον είχανε το Μαθιο για θελήματα και παραγγελιές απο το ένα χωριό στο άλλο να του γράψουνε μια παραγγελιά σένα χαρτί να το πάρη να το πάη στο άλλο χωριό να το δώση να το διαβάσουνε και ΄με τον τρόπο αυτόν να γενή η επικοινωνία.Αυτός απο όπου πέρνανε σ’τσι πόρτες των αθρώπω στα χωρια τονε φωνιάζανε και τονε κερνούσανε μια χουφτέ ελιές ένα κομάτι ψωμί και ένα κρασί ΄μενα κρομύδι γή του βάνανε και μιάολια γλύνα στο ψωμί .τον ελιπούντανε οι γυναίκες και τονε βάνανε μέσα και τονε πυρώνανε στη παρασιά την εποχη τσι κρυγιώτης που τονε θωρούσανε ξυπόλητο γη για να στεγνώση άμα θα τονε θορούσανε στα σοκάκια ολόγρο να έχη γραθή να μη πάθη καμιά πνευμονία με τα βρεμένα ρούχα…όπου τονε θορούσανε τα ψευτοφορτηγα αυτοκίνητα και οι καρνάβαλοι τσι περιφέρειάς μας…τον αναμαζώνανε οθέν κια που επήγαινε….Αυτός εδά ήτανε ο γέρος…μικιός που λένε
ήτανε μεγάλος στα χρόνια μα.είχιενε μυαλο και συμπεριφορα μικιού κοπελιου και κάτι………H φορεσά ντου ήτανε αναλογα την εποχη π.χ.σακάκι ποκάμισο και πατελόνι μια πιθαμή πάνω απο τσ’αστραγάλους.και ξυπόλητος..άν φόργενε παπούτσα έπρεπε να τανε. Δυό πιθαμές στο μάκρος και μια στο φάρδος για να βρεθή κάλύκωση να του χωρή στα πόδια..έπρεπε να πάη σε τσαγκαράδικο να του πάρουνε ξαμάρη και να γενη παραγγελία στα μέτρα ντου………Ας είναι έτσα πρέπη νάνε σάηκα ….ανακατομένη η μάζα τσι κοινωνίας και να χρειάζονε όλοι ετούτοι να οι γι αθρώποι όπως η ζούγλα έχη τα θερία και το ένα φοβάται το άλλο και το’να τρώη το άλλο. Γιαυτό θωρής παντου και υπάρχουνε και οι έξυπνοι και οι μπουνταλάδες οι παρλακοι οι μπραγοί μπουζουκοκέφαλοι και οι δυνατοι με τσι φοβητσάριδες που όντε πάνε για χοντρό ντωνε νερό τη νύχτα στο δρυαδάκι απο κάτω πάνε με το λύχνο αναμένο στη χέρα γιατί φοβούντε το σκοτίδι…να μη ξετρυπώξη απο ποθές …κιανης μπαμπούλας…( εδω αφορα την εποχη για τα χρόνια που δεν είχανε ακόμη τουαλέτα και ρεύμα στα σπίθια και οι γιαθρώποι επηγαίνανε οθεν τη πίσω μπάντα στο κηπάρη… ……στο .ποιό απόμερο ντόπο που δεν εφανέριζενε απο ποθές…
Ο λύχνος ήτανε τότε η σημερινή μπαλαντέζα και η απλίκα στα σπίθια αλλά χωρίς καλώδιο και τους μοναδικους εχθρούς που είχιε και εσήκωνε ψηλά τα χέρια ήταν η βροχη και ο αέρας ………….

Δεν υπάρχουν σχόλια: