Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Η ΤΡΑΓΑΚΙΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η τραγακιά

Εδά έπαέ η ιστορία είναι περιορισμένη, αφορά μια γυναικούλα ενος χωριού του περασμένου αιώνα που εκάθουντονε στη πίσω μπάντα του παλιού χωριού πού από κιά και πέρα υπήρχανε μόνο αγκιναρόκηποι κυπαρίσα και το νεκροταφείο με την πόρτα ντου αλαργοπά μα αντικριστά με την πόρτα τζι……
Ήτανε έτσα μια αποκοντη γυναίκα καπαρή και τριχάτη και η μούρη τζι αγριωπή με μια αύρα τραγίσια και αρενωπή εξ ού και το όνομα…(τραγακιά) ….που η κακομήτσα δεν εγνώρησενε μοίρα ( έτσα το λέγανε οι αθρώποι σ’αυτές που εμένανε ελεύθερες και δεν επαντρεγβουντονε). Έτσα και αυτή η κακομήτσα επόμεινε νε ανήπαντρη ήζενε με τσι γονέους τσι και απής εποθάνανε ήζενε αμοναχήν τζι΄είχιενε τα κουτρουβάρια ντζι το περβολάκι ντζι στο πίσω πυγάηδι και δυό πατιχιές χωράφι στου κλερικού και στη πετρομπούχα, και δυό εργατώ αμπέλη στη κουκουλίτενα ,Ετότες οι γιαθρώποι είχανε λίγες απαιτήσεις απο τη ζωή ντονε ολες τσι μέρες τωνε τσι περνούσανε μέσα στο χωριό ντωνε και γύρω γύρω στα χωραφάκια με κανένα ψευτοδούλι ίσα ίσα να βρούνε να φάνε πραμμά έστω και ένα πιάτο φαή εκείνηνα τη μέρα και αύριο πάλι έχη ο θεός ( δος ειμίν σήμερον ) Μια. μέρα λοιπόν δυο ντελικανιδάκια εσκάφτανε το αμπέλι τσι τραγακιάς και μια ώρα να βασιλέψη ο ήλιος εγιαγήρανε στο χωριό για να πάνε να τσι ταήση και τονε κλούθανε ακόμη άλλος, ενας.αμούστακος (τσίμαρος ) απο τα καφενεία να φάη κι’ αυτος πράμμα και να πιή μια…. Φτάνουνε λοιπόν σ’τσι τραγακιάς γριά τότε
( απο τσι πιο γριές του χωριού και καμπούρα σαν να’χιενε ένα τυρί στη ράχη) τσι καλο-υποδέχτηκιε.......- καλώς τα τα αντράκια μου ελάστε κατσετε να πηρωθήτε κακορίζικα να μη γαβρώσετε απο τη κρυγιώτη και σας σε.....σάζω.... να φάτε κακομήτσηδες ένα φαή που δεν θα το χιετε ...... Ξανα-φαωμένο ποτές΄σας .....
Σημώνουνε αυτοι..... Ουλοι τουτοι...να.... Οι τσίμαροι...... στη παρασιά και επηρώνουντανε γιατι έκανε και κρυγιώτη και επεριμένανε πότε θα φάνε γιατι....... Ήτανε.... Ολονύστικοι....κια..πόκιας.... εγρυκούσανε τη μυρωδιά του φαγητού και ανυπομονούσανε και ετρέχανε τα σάλια ντωνε…και ήθελα πιούνε και δυό κράσους….. απο μαρουβίστικο καλά καλό κρασί κια πόκιας ηθελα γύρουνε στο βελανίδι στα ντουκιάνια...να παιξουνε καμια ξερή γη τη δηλωτή ντωνε...Έτσα που εκάθουντονε ολοι ντωνε στα κουτσουράκια … σημώνη η γριά τραγακιά να ανακατώση με μια ξύλινη κουτάλα το καλο φαη στο πύλινο τσικάλη και όπως εσκηψε στο τσκάλι εφάνηκιε νε λίγο λίγο η γάμπα ντζι....και για να γελάσουνε ένας ετσίμπησε τσι τραγακιας το ατζι (την γάμπα της την άσκημη ). Και γυρήζη και αυτη τη κουτάλα και φράτη .........του θέτη (παίζη) μια στη χέρα και βάνουνε οι άλλοι τα γέλια και ντακέρνη και αυτη φράτη φρούτη και τωνε κόλαμε ολονών με τη κουτάλα όπου έβρηνενε σ’τσι κεφαλές στη ράχη και τσι αμποσιές....και τσι...βγαλε ολους.όξω απο το σπίτι. Και επομείνανε όλοι ντωνε νυστικοί και αφάωτοι και η τραγακιά ηθικιά και με ψηλά κεφάλι...οσο...για το νάμη τσι…αθηκτο και παρθένον..
Και μιάς και είμαστε σήμερο σ.τσί τραγακιάς το σπίτι θα σα σε πω ακόμη κάτι...τίς που έχη και αυτό με τη τραγακιά....
Το λοιπός.....την ίδια ετούτηνά την εποχη τυχαίνει ένα μικρο μαθητριακι να πηγαίνη Δευτέρα τάξη στο γυμνάσιο στο θηλέων στο Ρέθεμνος,και ετυχιε να εχη γειτώνησα ετούτη να την τραγακιά. Μια μέρα λοιπόν τη ρωτάη μια συμαθήτρια ντζι και φιλεναδίτσα.....ντζι ……(...……έχης τα μωρη εσύ με κιανένα.......).... ενοούσε αν έχη φύλο κανένα συμαθητη τζι και το κοριτσάκι δεν ‘ηξερε καλά καλά ακομη ίντα την ρώταγε γιατι ήτανε μικιό και ακάτεχο και τσι απαντα ( όη δεν τάχω γω με κιανένα… η μάνα μου τάχη με την τραγακιά μα γώ τσι μιλώ…δηλαδη ..ενοούσε....(η μάνα τζι είναι τσακωσμένη με την τραγακια ....μα αυτη τσι μιλή..)
Ας.ειναι, ελαφρη το χώμα που σκέπασε την τραγακιά και ο θεός να τσι συχωρέση…για ότι δεν έκαμε...γιατι αν ο κάθενας μας που κανη την αμπελικη ντου στη ζωη δεν εχει…και τις ιστορίες του …η ζωη δεν έχη νοστιμάδα..)

Δεν υπάρχουν σχόλια: