Η τραγακιά
Εδά έπαέ η ιστορία είναι περιορισμένη, αφορά μια γυναικούλα ενος χωριού του περασμένου αιώνα που εκάθουντονε στη πίσω μπάντα του παλιού χωριού πού από κιά και πέρα υπήρχανε μόνο αγκιναρόκηποι κυπαρίσα και το νεκροταφείο με την πόρτα ντου αλαργοπά μα αντικριστά με την πόρτα τζι……
Ήτανε έτσα μια αποκοντη γυναίκα καπαρή και τριχάτη και η μούρη τζι αγριωπή με μια αύρα τραγίσια και αρενωπή εξ ού και το όνομα…(τραγακιά) ….που η κακομήτσα δεν εγνώρησενε μοίρα ( έτσα το λέγανε οι αθρώποι σ’αυτές που εμένανε ελεύθερες και δεν επαντρεγβουντονε). Έτσα και αυτή η κακομήτσα επόμεινε νε ανήπαντρη ήζενε με τσι γονέους τσι και απής εποθάνανε ήζενε αμοναχήν τζι΄είχιενε τα κουτρουβάρια ντζι το περβολάκι ντζι στο πίσω πυγάηδι και δυό πατιχιές χωράφι στου κλερικού και στη πετρομπούχα, και δυό εργατώ αμπέλη στη κουκουλίτενα ,Ετότες οι γιαθρώποι είχανε λίγες απαιτήσεις απο τη ζωή ντονε ολες τσι μέρες τωνε τσι περνούσανε μέσα στο χωριό ντωνε και γύρω γύρω στα χωραφάκια με κανένα ψευτοδούλι ίσα ίσα να βρούνε να φάνε πραμμά έστω και ένα πιάτο φαή εκείνηνα τη μέρα και αύριο πάλι έχη ο θεός ( δος ειμίν σήμερον ) Μια. μέρα λοιπόν δυο ντελικανιδάκια εσκάφτανε το αμπέλι τσι τραγακιάς και μια ώρα να βασιλέψη ο ήλιος εγιαγήρανε στο χωριό για να πάνε να τσι ταήση και τονε κλούθανε ακόμη άλλος, ενας.αμούστακος (τσίμαρος ) απο τα καφενεία να φάη κι’ αυτος πράμμα και να πιή μια…. Φτάνουνε λοιπόν σ’τσι τραγακιάς γριά τότε
( απο τσι πιο γριές του χωριού και καμπούρα σαν να’χιενε ένα τυρί στη ράχη) τσι καλο-υποδέχτηκιε.......- καλώς τα τα αντράκια μου ελάστε κατσετε να πηρωθήτε κακορίζικα να μη γαβρώσετε απο τη κρυγιώτη και σας σε.....σάζω.... να φάτε κακομήτσηδες ένα φαή που δεν θα το χιετε ...... Ξανα-φαωμένο ποτές΄σας .....
Σημώνουνε αυτοι..... Ουλοι τουτοι...να.... Οι τσίμαροι...... στη παρασιά και επηρώνουντανε γιατι έκανε και κρυγιώτη και επεριμένανε πότε θα φάνε γιατι....... Ήτανε.... Ολονύστικοι....κια..πόκιας.... εγρυκούσανε τη μυρωδιά του φαγητού και ανυπομονούσανε και ετρέχανε τα σάλια ντωνε…και ήθελα πιούνε και δυό κράσους….. απο μαρουβίστικο καλά καλό κρασί κια πόκιας ηθελα γύρουνε στο βελανίδι στα ντουκιάνια...να παιξουνε καμια ξερή γη τη δηλωτή ντωνε...Έτσα που εκάθουντονε ολοι ντωνε στα κουτσουράκια … σημώνη η γριά τραγακιά να ανακατώση με μια ξύλινη κουτάλα το καλο φαη στο πύλινο τσικάλη και όπως εσκηψε στο τσκάλι εφάνηκιε νε λίγο λίγο η γάμπα ντζι....και για να γελάσουνε ένας ετσίμπησε τσι τραγακιας το ατζι (την γάμπα της την άσκημη ). Και γυρήζη και αυτη τη κουτάλα και φράτη .........του θέτη (παίζη) μια στη χέρα και βάνουνε οι άλλοι τα γέλια και ντακέρνη και αυτη φράτη φρούτη και τωνε κόλαμε ολονών με τη κουτάλα όπου έβρηνενε σ’τσι κεφαλές στη ράχη και τσι αμποσιές....και τσι...βγαλε ολους.όξω απο το σπίτι. Και επομείνανε όλοι ντωνε νυστικοί και αφάωτοι και η τραγακιά ηθικιά και με ψηλά κεφάλι...οσο...για το νάμη τσι…αθηκτο και παρθένον..
Και μιάς και είμαστε σήμερο σ.τσί τραγακιάς το σπίτι θα σα σε πω ακόμη κάτι...τίς που έχη και αυτό με τη τραγακιά....
Το λοιπός.....την ίδια ετούτηνά την εποχη τυχαίνει ένα μικρο μαθητριακι να πηγαίνη Δευτέρα τάξη στο γυμνάσιο στο θηλέων στο Ρέθεμνος,και ετυχιε να εχη γειτώνησα ετούτη να την τραγακιά. Μια μέρα λοιπόν τη ρωτάη μια συμαθήτρια ντζι και φιλεναδίτσα.....ντζι ……(...……έχης τα μωρη εσύ με κιανένα.......).... ενοούσε αν έχη φύλο κανένα συμαθητη τζι και το κοριτσάκι δεν ‘ηξερε καλά καλά ακομη ίντα την ρώταγε γιατι ήτανε μικιό και ακάτεχο και τσι απαντα ( όη δεν τάχω γω με κιανένα… η μάνα μου τάχη με την τραγακιά μα γώ τσι μιλώ…δηλαδη ..ενοούσε....(η μάνα τζι είναι τσακωσμένη με την τραγακια ....μα αυτη τσι μιλή..)
Ας.ειναι, ελαφρη το χώμα που σκέπασε την τραγακιά και ο θεός να τσι συχωρέση…για ότι δεν έκαμε...γιατι αν ο κάθενας μας που κανη την αμπελικη ντου στη ζωη δεν εχει…και τις ιστορίες του …η ζωη δεν έχη νοστιμάδα..)
O MΥΛΟΠΟΤΑΜΟΣ Ο ΚΟΥΛΟΥΚΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΥΡΟ-ΓΙΑΛΙ .................... ....... ....... ....... ........ ..ΧΩΡΙΟΝ ΓΑΡΑΖΟ ( ΕΔΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΚΟΥΛΟΥΚΩΝΑ ) με τα τουριστικα θερετρα την Ομαλα το Φαρατσι τον Ανεμομυλο και το Μουσε..........
Κυριακή 9 Αυγούστου 2009
Η ΤΡΑΓΑΚΙΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΟΙ ΧΟΧΛΟΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Την εποχή των χοχλιών
Το καλυτερο μας φαή
Υπαρχουν..οι Χοχλοι οι... Ξεπετραδωτοί.... και οι ..... πορπατάρηδες
Πάντα οι χοχλοι επορίζανε ανοιξη καιρού και επορπατούσανε όταν είχε ησυχία να μη φυσά αέρας και νάναι και δροσεράδα.. Αυτοι το γατέχανε οι γιαθρώποι και τα βράδυα απης ήθελα δυπνήσουνε ήθελα πάρουνε τα καλάθια ντωνε και τσι λύχνους με καινούργια φυτίλια και να τους φουλάρουνε λάδι και ομπρός………….. επηγαίνανε τρία τέσσερα άτομα μαζί και εδιαλέγανε τόπους που βγαίνουνε χοχλοί και να μη τσι γυρένε άλλοι και πάνε και δεν βρούνε πράμμα.. και να μη τω νε παντιχνουνε παρα που κι’ένας..δηλαδή μόνο αυτοί που ξεφύγανε των αλλονών και όλους τσι παράουρους….. λιανούς και τσι ζουζούρους …
Εκείνα τα χρόνια τα χωρια ακόμα δεν είχαν ηλεκτροφωτιστή…και μέσα στο σκοτίδι και την άπνοια της νύχτας ήταν αισθητά τα γαυγίσματα των σκύλων το φως των λύχνων των χοχλιδολόγων και το κλάημα των μωρών στις κούνιες…Όλοι οι χοχλιδολόγοι επορπατούσαν και ήταν σκυφτοί και με παρατηρητικότητα εντοπιζαν μέσα στη νύχτα με το λιγοστο φως του λύχνου σ’τσι γύρους στα χόρτα μέσα και στα κλαδιά.. το χοχλιό.. πολλές φορές των νε παντιχνανε και σκοτζοχείροι και χελώνες.. και όπου είχε πέρασμα από σπυλιάρι γή ρυάκια χαμηλοπαιτούσανε και οι νυχτερήδες.. Τα τριζώνια και οι βορθακοί ειχανε μονήμως γάμους και πανηγύρια και εγρύκας όλο τραγούδια και μαντινάδες στα ρυάκια και στα περβόλια…πότε λίγο εγρύκας και σ’τσί κορφές κανένα λέρη γη σκλαβέρη των οζώ… λιγοστά ήτανε και τότες τα καμπανέλια των τράγων... Πολλές φορές ελέγανε ιστορίες πως των νε παντιχνανε ακόμη και αρκάλοι……και αγριόκατοι…
Όλη αυτή η νυχτερινή πεζοπορεία διαρκούσε τέσσερεις με πέντε ώρες..δηλαδή μέχρι..λίγο μετα το μεσονύχτιο Απής εγιαγέρνανε στα σπίθια τσι ταήζανε τσι χοχλιούς δυο τρείς μέρες με αλεύρι.. τσι αφήνανε μέσα σε κανισκάρια και τσι σακάζανε και εβάνανε και χαρουπόφουντες για να έχουνε εβρηχωρία να πορπατουνε…Πορπατοντας όταν φτανανε οι χοχλιοί στο μπόρο του κανισκαριού για να μη μπορίζουνε όξω το αλήφανε με ξύδι….που για τσι χοχλιούς ήτανε αδιαπέραστο συρματο πλεγμα………..
Και μετα από δυο τρείς μέρες εθώριες τσι λιανούς χοχλιούς ψιμένους με το ρύζι …τσι χοντρούς στο τυγάνι μπουμπουριστούς ..άλλοι τσι κάνανε νε το λάδι και άλλοι με νερό και μπόλικο αλάτσι...εθώριες χοχλιούς με τσι αγγινάρες….χοχλιούς με τσι πατάτες και τα κολοκύθια…( όλα τα φαγιά ετούτα να ήτανε μπουκιά και συχώριο που λέη στη τηλεόραση και ο μαμαλάκης αυτός ο παχουλούλης που μας σε παντιχνη σε όλους μας όντε ξανοίγωμε τηλεόραση.....
Το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζανε ήτανε ότι για να βγαίνουνε οι λιανοί χοχλιοί με ευκολία στη ώρα του φαγητού έπρεπε να στραβώνουνε την αριστερή τσίτα του πηρουνού για να πιάνη από βαθιά το χοχλιό μέσα από το καβούκη του και να τονε βγάνη….με ευκολία.. αλλοιώς έπρεπε να τονε χτυπά κιανής από το πισω μέρος με το πηρούνι και να τονε βοηθά κιόλας και ρουφηχτά επόριζενε από το καβούκι ντου…εκτός αν ήτανε μουσαφήρης έκανε μια προσπάθεια το πολύ δυό και αν παρουσίαζε δυσκολία τωνε παρέτανε άβγαρτο στην άκρη του πιάτου με τα χοχλιομπάντουρα…τάχα μου με τους βγαρμένους……………βέβαια ακόμη τον τελευταίο λόγο τσι νοστιμιάς του χοχλιού τον είχε και ο σκύλος του σπιθιόυ που ήσπανε το χοχλιομπάντουρο για να γευστή…την τελευταία γεύση τσι σάλτσας και το αποκόλη του χοχλιού που απόμενε από το αφεντικό του αφάωτο………………
Τα καλοκαίρια οπου ήτανε τόπος που εβγαίνανε χοχλιοί τσι βρήνανε ξεπετραδωτούς δηλαδή επηγαίνανε σ’τσι τρωχάλους και ήτανε μαζουπαλιές μαζουπαλιές και ο ένας κολυμένος απάνω στο άλλο …δεν ήτανε βέβαια παχύ σαν τσι χειμωνιάτικους αυτοί ήτανε αδύναμοι αλλά δεν θέλανε ούτε σάκασμα μόνο όπως τσι μαζώνανε απ’ευθείας τσι βάνανε στο τσικάλι και τσι μαζερέγανε οι νοικοκαιράδες…
Εδα στη σημερινή μας εποχή με τα φυτοφάρμακα και τα ραντισματα κιντυνευουν να εξαφανιστουν και αυτοί από την κρήτη όπως και τα πουλιά…
Επι της ευκαιρειας μια και λεμε για τους χοχλιους θα σα σε πω μια χοστρα με χοχλιους που ητανε σαν την αμμο οπερισυς αυτος ο τοπος με τσι πολλους χοχλιους είναι στο χωριο Σισσες .....οπως μας σε διηγουντανε ένας..... Και ήτανε και πολύ κατατοπιστικως... Που ο θεός να τον έχη γερό ίσαμε να ζή....
( .......Αμα....λέη κατεβουμε το ποταμο θα παμε όπως παη ο δρομος δεξια στη αποπερα μπαντα και στο δισταυρι που θα μασε παντιξη στη δεξα μπαντα εχη μια καρυδια εγω εστεσα εκια το αμαξι κιαποκιας εκατεβηκα δεξα κατω από το μονοπατι που μπαινη στα περβολια οθεν το ποταμο και στη κατω μπαντα κανης παλι δεξα στα σκαμμενα περβολια και πας σαμε να πας στο χερισο εεε εκια μεσα στο χερισο περβολι τσι μαζωνα χαχαλιες οπερισυς....τσι χοχλιους και στη ακρη του περβολιου ο ποταμος κανη μια γαγλα και σου το λεω για να μη καμης λαθος και σε παιψω αλλου………..…)
Ο ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΑΘΡΩΠΟΥ
Και θα μου πης και ογιαντας….εε…..αφρουκαζου και θα δης….εκια που καθεσαι ξαφνικα σου τηλεφωνου νε…….στο κινητο. και σου….λένε....μπρε…συ εποθανε νε ο ταδε..εκια που εκαθουντονε…..και ποσο χρονω μωρε ητανε…….εγω το υπολογιζω γυρω στα σαραντα πεντε…..την άλλη μερα άλλος γυρω στα πενηντα πεντε….. σε μερικιες παλι μερες…..αλλο τηλεφωνημα γυρω στα σαραντα……τελος παντων…. Αποκια σαμε τα εξηντα εφτα χρονων ποθες οποιος πηδηξη και μπορεση και τα φταξη και τα περαση ..δε τοχη σε τιποτα από και και υστερα να ξεπεραση….και τα ενενηντα και πανω……όμως ο ενας φευγη από καρδια.. ο άλλος ετσε…ο άλλος αλλοιως….και ολοι μενουνε με το στομα ανοιχτο και με ένα πονο μεσα μας… και λεμε μα γιατι…ολοι ξαχνουμε.την αιτια και.η αιτια ειναι μπροστα … σε ολους μας…την βλεπουμε…και όταν ερθη το κακκο …την ψαχνουμε με την φαντασια μας…και γινεται αορατη…και δεν παη στο μυαλο μας πως . τα περισσοτερα περιστατικα ξεκινουνε από την κακκη και επικιντυνη καθημερινη διατροφη κάθε μερα κρεας… λιπη… βουτυρα…καθησιο ακηνησια…και με τη λαιμαργια …..που εχουμε ολοι μας …..μεσα σε μια δεκαετια φορτωνομαστε τριγληκεριδια….. χολιστερινες….φρασωμε και πομενωμε εκια που καθομεστανε…δικαιολογουμε πως ο ενας τρωη ότι βρη και δεν παθαινη τιποτα…ναι.. γιατι άλλη δυιλιση κανη ο ενας και άλλη ο άλλος….ο οργανισμος του αθρωπου είναι σαν τα ελαιουργεια στα χωρια μας…το ένα βγαζη λαδι μηδεν οξεα και το άλλο ποτε ποτε…ανακατωνη τα νερα με τα λαδια και τσι τριγιες μαζι και θελη παρακολουθηση,,από μαστορα…με την απλη λογικη….αυτα δεν χρειαζεται να σε συμβουλεψη γιατρος.. ο κάθε ενας από μας να ψαξη και να δη..πως περνα την καθημερινοτητα του …να κινηται σωματικα αν μπορη να…υδρωνη…ακομα καλυτερα γιατι ετσι αποβαλη τα παραπανησια του οργανισμου του μεσα του υδρωτα του…και δεν φτανη αυτό..μονο εδα εντακαραμε και δεν μαγερεμε νε στο σπιτι…είναι το ψηγειο γεματο……κιαποκιας τηλεφωνουμε στα ετοιματζιδικα και μας κουβαλουνε με τα μηχανακια …..οτι βρωμολαδα και αγνωστες μαγαρισές μπορη να διανοηθη το μυαλο σου……τα υστερα του κοσμου……..καθε μερα που ερχεται αντι να γυριζουμε προς το καλυτερο ξαχνουνε και παμε προς το χειροτερο…γιαυτο το καλυτερο που εχουμε να καμουμε…είναι να λογικευτουμε και να προβλεπουμε την κάθε μας κινηση σε ότι αφορα το θεμα φαγητου γιατι το στομαχι μας δεν είναι ενας σκουπιδοφαγος που ότι του ριξουμε τα αλεθη…μα είναι το κεντρικοτερο σημειο της υγειας μας και της μακροζωιας μας… ολων..νων μας
Μικρων και μεγαλων……και αφου κανενας δεν μπορη να βαλη φρενο σε τιποτα…και να δωση άλλη κατευθυνση… γιαυτο ας προσπαθηση να βαλη αυτό το φρενο η κάθε οικογενεια ξεχωριστα….και από την κάθε οικογενεια παλι αυτή την δουλεια μπορη να την κανη η κάθε νοικοκερα του σπιθιου και να μην χαζολογα και να τρεχη πισω από την κάθε διαφημηση και να επηρεαζεται…από τις ξενοφερτες συνηθειες.. όποιες διαφημησεις της τηλεορασης…και αν είναι αυτές………………….. γεγονε….
Γιατι διαφορετικα παλι θα συνεχιζουμε να λεμε….. στον κάθε κακομοιρη ….πριν της ωρας…ότι.. ετοσανα ητανε τα χρονια του….ο κακομηρης ο λιγοχρονος…….αυτος εξεκουραστηκιε νε…μονο ηντα θα γενουνε εδα τα κοπελια ντου…εε...ο θεος τονε πηρε νε κοντα του γιατι ητανε αγιος αθρωπος…και αυτος θα μεριμνιση εδα και γιαυτα…..και τα τιαυτα….
.
Το καλυτερο μας φαή
Υπαρχουν..οι Χοχλοι οι... Ξεπετραδωτοί.... και οι ..... πορπατάρηδες
Πάντα οι χοχλοι επορίζανε ανοιξη καιρού και επορπατούσανε όταν είχε ησυχία να μη φυσά αέρας και νάναι και δροσεράδα.. Αυτοι το γατέχανε οι γιαθρώποι και τα βράδυα απης ήθελα δυπνήσουνε ήθελα πάρουνε τα καλάθια ντωνε και τσι λύχνους με καινούργια φυτίλια και να τους φουλάρουνε λάδι και ομπρός………….. επηγαίνανε τρία τέσσερα άτομα μαζί και εδιαλέγανε τόπους που βγαίνουνε χοχλοί και να μη τσι γυρένε άλλοι και πάνε και δεν βρούνε πράμμα.. και να μη τω νε παντιχνουνε παρα που κι’ένας..δηλαδή μόνο αυτοί που ξεφύγανε των αλλονών και όλους τσι παράουρους….. λιανούς και τσι ζουζούρους …
Εκείνα τα χρόνια τα χωρια ακόμα δεν είχαν ηλεκτροφωτιστή…και μέσα στο σκοτίδι και την άπνοια της νύχτας ήταν αισθητά τα γαυγίσματα των σκύλων το φως των λύχνων των χοχλιδολόγων και το κλάημα των μωρών στις κούνιες…Όλοι οι χοχλιδολόγοι επορπατούσαν και ήταν σκυφτοί και με παρατηρητικότητα εντοπιζαν μέσα στη νύχτα με το λιγοστο φως του λύχνου σ’τσι γύρους στα χόρτα μέσα και στα κλαδιά.. το χοχλιό.. πολλές φορές των νε παντιχνανε και σκοτζοχείροι και χελώνες.. και όπου είχε πέρασμα από σπυλιάρι γή ρυάκια χαμηλοπαιτούσανε και οι νυχτερήδες.. Τα τριζώνια και οι βορθακοί ειχανε μονήμως γάμους και πανηγύρια και εγρύκας όλο τραγούδια και μαντινάδες στα ρυάκια και στα περβόλια…πότε λίγο εγρύκας και σ’τσί κορφές κανένα λέρη γη σκλαβέρη των οζώ… λιγοστά ήτανε και τότες τα καμπανέλια των τράγων... Πολλές φορές ελέγανε ιστορίες πως των νε παντιχνανε ακόμη και αρκάλοι……και αγριόκατοι…
Όλη αυτή η νυχτερινή πεζοπορεία διαρκούσε τέσσερεις με πέντε ώρες..δηλαδή μέχρι..λίγο μετα το μεσονύχτιο Απής εγιαγέρνανε στα σπίθια τσι ταήζανε τσι χοχλιούς δυο τρείς μέρες με αλεύρι.. τσι αφήνανε μέσα σε κανισκάρια και τσι σακάζανε και εβάνανε και χαρουπόφουντες για να έχουνε εβρηχωρία να πορπατουνε…Πορπατοντας όταν φτανανε οι χοχλιοί στο μπόρο του κανισκαριού για να μη μπορίζουνε όξω το αλήφανε με ξύδι….που για τσι χοχλιούς ήτανε αδιαπέραστο συρματο πλεγμα………..
Και μετα από δυο τρείς μέρες εθώριες τσι λιανούς χοχλιούς ψιμένους με το ρύζι …τσι χοντρούς στο τυγάνι μπουμπουριστούς ..άλλοι τσι κάνανε νε το λάδι και άλλοι με νερό και μπόλικο αλάτσι...εθώριες χοχλιούς με τσι αγγινάρες….χοχλιούς με τσι πατάτες και τα κολοκύθια…( όλα τα φαγιά ετούτα να ήτανε μπουκιά και συχώριο που λέη στη τηλεόραση και ο μαμαλάκης αυτός ο παχουλούλης που μας σε παντιχνη σε όλους μας όντε ξανοίγωμε τηλεόραση.....
Το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζανε ήτανε ότι για να βγαίνουνε οι λιανοί χοχλιοί με ευκολία στη ώρα του φαγητού έπρεπε να στραβώνουνε την αριστερή τσίτα του πηρουνού για να πιάνη από βαθιά το χοχλιό μέσα από το καβούκη του και να τονε βγάνη….με ευκολία.. αλλοιώς έπρεπε να τονε χτυπά κιανής από το πισω μέρος με το πηρούνι και να τονε βοηθά κιόλας και ρουφηχτά επόριζενε από το καβούκι ντου…εκτός αν ήτανε μουσαφήρης έκανε μια προσπάθεια το πολύ δυό και αν παρουσίαζε δυσκολία τωνε παρέτανε άβγαρτο στην άκρη του πιάτου με τα χοχλιομπάντουρα…τάχα μου με τους βγαρμένους……………βέβαια ακόμη τον τελευταίο λόγο τσι νοστιμιάς του χοχλιού τον είχε και ο σκύλος του σπιθιόυ που ήσπανε το χοχλιομπάντουρο για να γευστή…την τελευταία γεύση τσι σάλτσας και το αποκόλη του χοχλιού που απόμενε από το αφεντικό του αφάωτο………………
Τα καλοκαίρια οπου ήτανε τόπος που εβγαίνανε χοχλιοί τσι βρήνανε ξεπετραδωτούς δηλαδή επηγαίνανε σ’τσι τρωχάλους και ήτανε μαζουπαλιές μαζουπαλιές και ο ένας κολυμένος απάνω στο άλλο …δεν ήτανε βέβαια παχύ σαν τσι χειμωνιάτικους αυτοί ήτανε αδύναμοι αλλά δεν θέλανε ούτε σάκασμα μόνο όπως τσι μαζώνανε απ’ευθείας τσι βάνανε στο τσικάλι και τσι μαζερέγανε οι νοικοκαιράδες…
Εδα στη σημερινή μας εποχή με τα φυτοφάρμακα και τα ραντισματα κιντυνευουν να εξαφανιστουν και αυτοί από την κρήτη όπως και τα πουλιά…
Επι της ευκαιρειας μια και λεμε για τους χοχλιους θα σα σε πω μια χοστρα με χοχλιους που ητανε σαν την αμμο οπερισυς αυτος ο τοπος με τσι πολλους χοχλιους είναι στο χωριο Σισσες .....οπως μας σε διηγουντανε ένας..... Και ήτανε και πολύ κατατοπιστικως... Που ο θεός να τον έχη γερό ίσαμε να ζή....
( .......Αμα....λέη κατεβουμε το ποταμο θα παμε όπως παη ο δρομος δεξια στη αποπερα μπαντα και στο δισταυρι που θα μασε παντιξη στη δεξα μπαντα εχη μια καρυδια εγω εστεσα εκια το αμαξι κιαποκιας εκατεβηκα δεξα κατω από το μονοπατι που μπαινη στα περβολια οθεν το ποταμο και στη κατω μπαντα κανης παλι δεξα στα σκαμμενα περβολια και πας σαμε να πας στο χερισο εεε εκια μεσα στο χερισο περβολι τσι μαζωνα χαχαλιες οπερισυς....τσι χοχλιους και στη ακρη του περβολιου ο ποταμος κανη μια γαγλα και σου το λεω για να μη καμης λαθος και σε παιψω αλλου………..…)
Ο ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΑΘΡΩΠΟΥ
Και θα μου πης και ογιαντας….εε…..αφρουκαζου και θα δης….εκια που καθεσαι ξαφνικα σου τηλεφωνου νε…….στο κινητο. και σου….λένε....μπρε…συ εποθανε νε ο ταδε..εκια που εκαθουντονε…..και ποσο χρονω μωρε ητανε…….εγω το υπολογιζω γυρω στα σαραντα πεντε…..την άλλη μερα άλλος γυρω στα πενηντα πεντε….. σε μερικιες παλι μερες…..αλλο τηλεφωνημα γυρω στα σαραντα……τελος παντων…. Αποκια σαμε τα εξηντα εφτα χρονων ποθες οποιος πηδηξη και μπορεση και τα φταξη και τα περαση ..δε τοχη σε τιποτα από και και υστερα να ξεπεραση….και τα ενενηντα και πανω……όμως ο ενας φευγη από καρδια.. ο άλλος ετσε…ο άλλος αλλοιως….και ολοι μενουνε με το στομα ανοιχτο και με ένα πονο μεσα μας… και λεμε μα γιατι…ολοι ξαχνουμε.την αιτια και.η αιτια ειναι μπροστα … σε ολους μας…την βλεπουμε…και όταν ερθη το κακκο …την ψαχνουμε με την φαντασια μας…και γινεται αορατη…και δεν παη στο μυαλο μας πως . τα περισσοτερα περιστατικα ξεκινουνε από την κακκη και επικιντυνη καθημερινη διατροφη κάθε μερα κρεας… λιπη… βουτυρα…καθησιο ακηνησια…και με τη λαιμαργια …..που εχουμε ολοι μας …..μεσα σε μια δεκαετια φορτωνομαστε τριγληκεριδια….. χολιστερινες….φρασωμε και πομενωμε εκια που καθομεστανε…δικαιολογουμε πως ο ενας τρωη ότι βρη και δεν παθαινη τιποτα…ναι.. γιατι άλλη δυιλιση κανη ο ενας και άλλη ο άλλος….ο οργανισμος του αθρωπου είναι σαν τα ελαιουργεια στα χωρια μας…το ένα βγαζη λαδι μηδεν οξεα και το άλλο ποτε ποτε…ανακατωνη τα νερα με τα λαδια και τσι τριγιες μαζι και θελη παρακολουθηση,,από μαστορα…με την απλη λογικη….αυτα δεν χρειαζεται να σε συμβουλεψη γιατρος.. ο κάθε ενας από μας να ψαξη και να δη..πως περνα την καθημερινοτητα του …να κινηται σωματικα αν μπορη να…υδρωνη…ακομα καλυτερα γιατι ετσι αποβαλη τα παραπανησια του οργανισμου του μεσα του υδρωτα του…και δεν φτανη αυτό..μονο εδα εντακαραμε και δεν μαγερεμε νε στο σπιτι…είναι το ψηγειο γεματο……κιαποκιας τηλεφωνουμε στα ετοιματζιδικα και μας κουβαλουνε με τα μηχανακια …..οτι βρωμολαδα και αγνωστες μαγαρισές μπορη να διανοηθη το μυαλο σου……τα υστερα του κοσμου……..καθε μερα που ερχεται αντι να γυριζουμε προς το καλυτερο ξαχνουνε και παμε προς το χειροτερο…γιαυτο το καλυτερο που εχουμε να καμουμε…είναι να λογικευτουμε και να προβλεπουμε την κάθε μας κινηση σε ότι αφορα το θεμα φαγητου γιατι το στομαχι μας δεν είναι ενας σκουπιδοφαγος που ότι του ριξουμε τα αλεθη…μα είναι το κεντρικοτερο σημειο της υγειας μας και της μακροζωιας μας… ολων..νων μας
Μικρων και μεγαλων……και αφου κανενας δεν μπορη να βαλη φρενο σε τιποτα…και να δωση άλλη κατευθυνση… γιαυτο ας προσπαθηση να βαλη αυτό το φρενο η κάθε οικογενεια ξεχωριστα….και από την κάθε οικογενεια παλι αυτή την δουλεια μπορη να την κανη η κάθε νοικοκερα του σπιθιου και να μην χαζολογα και να τρεχη πισω από την κάθε διαφημηση και να επηρεαζεται…από τις ξενοφερτες συνηθειες.. όποιες διαφημησεις της τηλεορασης…και αν είναι αυτές………………….. γεγονε….
Γιατι διαφορετικα παλι θα συνεχιζουμε να λεμε….. στον κάθε κακομοιρη ….πριν της ωρας…ότι.. ετοσανα ητανε τα χρονια του….ο κακομηρης ο λιγοχρονος…….αυτος εξεκουραστηκιε νε…μονο ηντα θα γενουνε εδα τα κοπελια ντου…εε...ο θεος τονε πηρε νε κοντα του γιατι ητανε αγιος αθρωπος…και αυτος θα μεριμνιση εδα και γιαυτα…..και τα τιαυτα….
.
Ο ΣΤΡΑΒΟΣ Ο ΜΑΘΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΣΚΗΝΤΗΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
. Ο στραβός....ο ασκηντής...και ο μαθιός
Αρχίζουμε απο τα εύκολα για να πάμε στα δύσκολα Το λοιπός Σ. ολες τις εποχές πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν σαν αυτους που θα περιγράψωμε παρακάτω……..και ντακέρνωμε με τον……….
Ασκηντη το Χρήστο πρώτος και καλύτερος θεοσεβουμενος με τζουμπέ, κρανος και αρύδια, Ο Μαθιός ξυπόλυτος και με το ( γα-γα-γα-πώσε ), και ο κακομήτσης ο Γαλανογιώργης άτυχος και βασανισμένος με το κατα κόσμον παρατσούκλι .. ( ο στραβός ) είχε χάση το φώς του και απο τα δυό ντου αμάθια μικιός απο μια αρώσια λένε την οστρακιά…στη ζωή ύστερα επόμεινε στραβός,και εβασανίζουν ντονε.ο κακομήτσης και δεν εξεχώριζενε παρα μόνο λίγο –λίγο την νύχτα απο την μέρα…ε.ιχιενε όμως αυξημένες τις άλλες του αισθήσεις και επόρηζε νε όξω χωρίς να θωρή με μια φορτωτήρα στη χέρα και εγύριζε τσι λαγάρες και τα ρυάκια στη περιουσία ντου έστενε μπαγίδες τσι ζουρίδας και του αρκάλου και πλάκες για τα κυνήγια και βροχάδες και επήγαινε και τα γύρεγε τσι ταχυνάδες με τοσηνα πητηδιωσύνη σαν να είχιενε και τα δυό ντου μαθια…. να θωρή……. και μια φορά λέη σ΄τσι κουκουναρές εκουτελώσανε μ ένα χωριανόν ντου και αυτος λέη επαραπηρενε όθεν τον ερικιά του μέτζου για να δή πούρη μου ανε ντον νε γκιαστή και μόλις λέη έφταξε έκια εξεστάθηκε και γυρίζη όθεν τον ερικιά και λέη ,,,,, ποιός είναι μωρέ έπαε ¨…….ε.εεε…. ογιάντας δε μιλής ‘’ ποιος είσαι μωρέ έτα…………….και πορίζη και ξεχώστηκιενε ο αλλος μέσα απο τον ερικια …. και εχωράτεψε νε… ο γής τον άλλο και εφύγανε……ο κακομήτσης ο γαλανογιωργης ήτανε και χωρατατζης του αρέσανε τα αστεία , είχιενε και ένα μικιο σκούρο λυράκι με γερακοκούδουνα που στη πίσω μπάντα ήτανε ζωγραφισμένη μια άγκυρα με συνδιασμο μαζι με ένα σταυρό και το παιζε και εσκότονε την ώραν ντου.Στα γλέντια τονε βάνανε και των έπαιζε και αυτος τα δικά ντου και άμα τονε συκώνα νε να χορέψη έπιανε στη μέση αλαμπρατσέτο και ήθελενα του παίζη ο λυράρης ( τον αρχη χανιώτη ) ….. Κάθε μέρα τόχιενε το λυράκι στο βουργιάλι ντου μαζί με μιάολια ψωμί και το τζούκο με τ’ελιές. ‘ηχιενε και μια μποτίλια κόκκινο καλό κρασί. ( μαρουβά )και ένα κρομύδι που το κοπάνιζε με τη χέρα ντου για να το σπάση απάνω στο γονατό ντου…. και κάποια ώρα έγρύκας το λυράκι ντου να παίζη μόνο για τον απατο ντου…πότε στο περβόλι γή στη χαλέπα και πότε στο κιβούρι στη ποταμίδα σε κανένα παχυ ασκιανιό ……και τονε γρυκούσανε και οι άλλοι όσοι ήτανε γύρω γύρω ….…σ΄τσι περιουσίες τωνε…και ο πιο ντεπέλης-και μερακλής επαρέτα νε το σκαπέτι και επήγαινε κοντα του να του κάνη παρέα.Πάντα του εφόριενε κουτελίτη μια μπολίδα που εκατέβαινε τόσονα χαμιλά που του φραζε το ένα αμάτι τελείως και λίγο άλλο……Μέσα…ντου ήτανε ριζωμένες βαθιά όλες οι τοπικές συνήθειες και οι τρόποι συμπεριφοράς ‘όπως του τσι μάθανε οι γονέοι ντου και μέχρι τη μέρα που εστραβώθηκε…χωρίς καμιά διαφορά και εξέληξη ΄0πως ακολουθούσανε λίγο πολύ η κοινωνία και όλοι οι ανοιχτομάτηδες συνομήλικοί ντου… οπως εγρυκούντανε όσοι τονε γνωρίζανε ελέγανε πως ήτανε πολύ αυστηρως σ΄τσι κουβέντες του…………και στη κριτική ντου………ήταν αγαπητός σε όλους….επίσης αν και τυφλός πήδησε πολλά παλούκια στη ζωή ντου και πολλές δεκαετίες και εξεπέρασε πολλούς συνομήλικούς του και ανοιχτομάτηδες στα χρόνια Ο Γαλανογιώργης έζησε μέχρι στα βαθεια γεράματα και όταν απεδήμησεν εις Κύριον ήλθε πολύς κόσμος και τον κατευοδωσεν με τιμές και δόξες……το μόνο που δεν μπόρεσε να αφήση κλερονομους……δεν μπειράζη…δεν ήταν απο το θειό γραμμένο …..άφησε αυτός καλές πράξεις και γρυκούντε ακόμη και σήμερο οι ιστορίες του….
2Αξωπίσω απο το Γαλανογιώργη ΄ο θεός μας έπεψε στα χωριά μας τον ασκηντη το χρήστο για να μας σε δοκιμάση και τον Μαθιό για να μας παραδειγματηση και να μας μαηνάρη να γίνουμε ταπεινοί και όχι πετεινοι και να προσέχουμε εμείς που έχουμε την υγειά ..μας τουλάχιστο να μη καβαλήσωμε το καλάμι…
……….
Ο Ασκηντης ο Χρήστος λοιπόν‘ητανε θεοσεβούμενος και καλοκάγαθος άνθρωπος, εφόριενε παπαδίστικο τζουμπέ και στη κεφαλη ντου ένα στρατιωτικό κράνος εγγλέζικο…
Ήτανε αρματωμένος με αλυσίδες.στη μέση ντου εζώνουντανε με μια φαρδιά ζώνη φορτωμένη με αρύδια κλαδεύτηρους μαναράκια μαχαιρια τσακάκια τριτσέτα ξυλοφάδες σφυλάτσα Ευαγγέλια.απόστολους και όλα τα χερουβικά, και όλους τους ψαλμούς του Δαβίδ… όλα τα βάστανε απάνω ντου και άλλα ήτανε σ΄τσι απόκρυφες τσέπες του και άλλα ήτανε κρεμασμένα στη μέση ντου έφόριενε στα πόδια ντου ξύλινη καλύκωση που ήταν σε σχήμα ( βλαχικο τσαρούχι ) και είχιε κρεμασμένο και ένα τσαρούχι στη μέση ντου για την κακιά ώρα που λένε μήπως και του σπάση κανένα απο αυτά που φωρή να το χρησημοποιήση……….Αυτός εγύριζε φαίνεται όλο το ψηλορείτη γύρω γύρω γιατι εβρεθήκανε αθρώποι που τονε γνωρίζανε απο το Μυλοπόταμο απο τη βορεινη μπάντα του ψηλορείτη να μπή στο Μαλεβύζι να κατεβή στη Μεσσαρά να ξετρυπήση στο τυμπάκι να γύρη μέσα.απο τη πίσω μπάντα τα πίσω χωριά…… Όπου και να πέρνανε τον νε διπλαρωνανε όλοι απο κοντα για να τσι βοηθά….’οποιοι επρολαβαινανε πρώτοι τονε πιάνανε και τονε μαγγανίζανε με το συργούλιο επειδή ήτανε χεροδύναμος και θεριό σαν τον ελέφαντα …..εδά…στη μεσσαρά εβρήνουντονε στο αμάρι..γή.. όθεν τα μαλεβύζα -κρουσώνα να ρθή πόδε… ‘οθεν το μυλοπόταμο των κρατηζανε για να των νε σκίζη ξύλα…. ετότες ήτανε και η εποχη που εσάζανε τα καμίνια σ’τσι κορφές και όπου εμπέρδεγε εγαναχτιζενε να ξεμπερδέξη….του δύνανε και αέρα …απάνω Χρήστο…απού χιου…. μωρέ Χρηστο….αντε μωρε Χρήστο και μείς θα σε παντρέψωμε με την καλύτερη κοπελιά.. και εθώριες το μανάρι του Χρήστου και έβγενε νε πιο ψηλά και εκατέβαινε με πιο’μεγάλη ταχύτητα και δύναμη και τα χοντρά κουτσούρια τά’σκιζε χωρίς καμιά δυσκολία……λές και ήτανε χασές…γή εσύκωνε θεόβαρα κουτσούρια απο τη μια μπάντα ……..και τα πήγαινε στην άλλη…..Αυτός ο κακομήτσης εξετρύπανε όθεν τα χωριά μας πολλές φορές τον καιρό που ελωνευγαμε . …έσαζε τω κοπελιώ σταυρουλάκια απο ελαινιο ξύλο…τονε ταήζανε οι γιαθρώποι και εμπαινε και αυτός στο βολόσυρο να τσι βοηθήση στο αλώνι μα καμοιά φορά τα βούγια τονε φοβούντανε με τσι σιδέρες που εβάστανε και την πανοπλία ντου και όπως εσύμωνε αυτός στο αλώνι εξετριοδήζουντανε αυτά να βγούνε όξω απο το αλώνι….την εποχή εκείνη να….τηλεόραση δεν υπήρχε ακόμη και τα ράδια και τα γραμμόφωνα λίγα , ρεύμα καθόλου , οι γιαθρώποι για να περάση η ώρα τους τα βράδυα απής εποδειπνούσανε επορίζανε όξω σ΄τσί αυλές και είχανε τα καρεκλάκια τους γή τα κουτσουράκια τους και εκάνανε βενκιέρα να περάση ή ώρα μέχρι να πάνε να θέσουνε στα κοιμητόρουχα…. Έκια εγρύκας όλα τα νέα και ότι ιστορία μπορης να φανταστής….. μόνο οι κοπελιές οι αραβωνισμένες ελείπανε γιατί αυτές επομένανε μέσα στο σπίτι και εκάθουντονε μπροστά στο λύχνο και εκεντουσανε και εσάζανε την προίκα τους…..αυτές όλη μέρα και εφέγγανε εφαίνανε στο αργαστήρι τσι πατανίες των νε και τα βράδυα που εσκοτείνιαζε επλέκανε οι μαναδες τονε με τσι μπανέλες και εκεντούσανε οι κοπελιές γιατί την άλλη μέρα που ήθελα ρθή η ώρα να γενή ο γάμος…έπρεπε να δείξουνε στο γάμο την προίκα τους και το νοικοκεράτο τους…..Μόνο αφήνωμε την μια κουβέντα και πιάνωμε την άλλη…Μια βραδυά λοιπόν απο τούτες σας ελαγώνεγιε και ο Χρήστος στα χωρια μας και για να τονε πειράξουνε να γελάσουνε εθωρούσανε πως εγλυκοξανοιγε έκια μια κοπελιά… ελεύτερη …και του λένε γιάε Χρήστο θα σε βάλωμε να θέσης στο οντα με τη κοπελιά και ενε τσι κάμης πράμμα θα σου τη δώσωμε,,,αλλοιώς δεν σου τη δίδωμε….πάνε τάχα μου και στρώνουνε το κρεββάτι και ετοιμάζουνε τα κοιμητόρουχα του ζευγαριού και χωνουνε τη κοπελιά… κιαπόκιας του λένε χρήστο ότι ώρα θές εδά μπορής νας πάς…όλα είναι έτοιμα στο ονταδάκι…επορπαθιενε και αυτος ένα ένα τα σκαλέρια σοβαρά σοβαρά πού αν ΄δεν το βλέπανε θα την ανέβαζε ο Χρήστος δυό δυό τη σκαλα ….’ητανε χαμογελαστός και ευτυχισμένος .και εκανάκιζενε τα γένια ντου…και απής εσωπάτησε στη σκάλα στην απάνω μπάντα αντι να αντικρύση τη κοπέλια θωρή και ήτανε θεμένος ο αδερφός τσι …κοπελιάς…μέσα στα κοιμητόρουχα… και βάνουνε οι άλλοι τα γέλια ο χρήστος εμπροσβάρθηκε και ενευρίασε και σέρνη απο τη μέση ντου μια. σπάθα έτοιμος να φετοκόψη όποιος βρεθη στη τροχια της λεπίδας του όποιον πρωτοπρολάβη. …ένα – δυό μαζί΄και…τρείς. εκάλυπτε το μήκος τσι κόψης τσί σπάθας.οι πιό μεγάλοι εμπήκανε ομπρός απο τα γυναικόπεδα να τονε κοντέψουνε και απάνω στην αναπουμπούλα ξεκρεμά γερά γερά ένας , ένα γερμανικό τουφέκι και παίζη δυο μπαλίδια στον αέρα και απου.φύγη -φύγη ο Χρήστος…Που απο το βρούχος εκουφαθήκανε τα κοπέλια εξυπαστήκανε και οι σκύλοι και εντακάρανε και εγαυγίζανε εστρυφογυρίζανε στα σοκάκια και δεν εγατέχανε που να γύρουνε μα εκουφάθηκιε νε και ο Χρήστος και εχάθηκε μέσα στο σκοτίδι και τονε πείρανε απο πίσω και οι σκύλοι και εγλακούσανε ο κάθε χωριανός και έκραζε νε και αναμάζωνε τον εδικόν του γιατί ήτανε όλοι δακανιάρηδες να μη τονε δακάσουνε κιόλας…και ο χρήστος δεν εξαναφάνηκε στα χωριά μας και μετά απο χρόνια εκούστηκε πώς τονε βρήκανε σε μια βαρυχειμωνιά σένα σπυλιάρη μέσα ποθαμένο…………ο θεός να του συχωρέση και αυτηνού και εμάς που τονε πειράζαμε…
3
Εδα θα παίξουμε ένα σάλτο να περάσωμε δυό – τρία ρυακάκια να πεταχτούμε σένα άλλο κοντοχωριανό μετοχάκι που εγενήθηκιε ο Μαθιός…. να δούμε ποιός, ήτανε πάλι τούτος σας… ……ο καλός Σαμαρίτης…και όχι Καμαρίτης γιατί εμείς στο μυλοπόταμο έχουμε πολλούς Καμαρίτηδες….και καθόλου Σαμαρίτηδες………ο κακομήτσης πάλι ο Μαθιός ήτανε άλλος ενας άγιος άθρωπος…καλός και αγαπητός σε όλο τον κοσμο…
ήτανε απο τσι μάνας του τη κοιλιά ξυπόλυτος μέχρι που επόθανε…ξυπόλητος επορπάθιενε μέσα στο σπίτι στα σοκάκια στον αμαξωτό και το καλοκαίρι που πέρα πόδε ελειώνανε οι πίσσες απο… την κάψα .αυτος τσι πάθιενε χωρίς να καίγουντε οι πατούχιες του…εγύριζε στο ψηλορίτη επάθιενε τσίτες μπικωτές πέτρες μα οι πατούχιες του ήτανε σκληρές .και απο τα πρινόξυλα...και δεν εκαταλάβαινε ντίπη … για τον κύριον Μαθαίο ήτανε σαν να πορπατούσε με κρητικά στιβάνια απάνω σε μπαμπάκια ………Αυτός δεν έσκηζε ξύλα ούτε έστενε μπαγίδες τσι ζουρίδας……..Ο Μαθιός ήτανε και αυτός θεριό και γεροδεμένος μα μπραγιός κοσμοπολίτης και σπιτόγατος επήγαινε στη χώρα έβγαινε στο μυτάτα στη εποχη που τυροκομούσανε οι βοσκοί στο ψηλορείτη και έτρωε χουμά και αθότυρο.και την εποχή που κάνανε τσι κουρές των οζώ έβγαινε και έτρωε κανένα κομάτι κριάς οφτό..ήτανε καφενόβιος ήσυχος και αγαπητός τον αγαπούσε ο κόσμος και τους αγαπούσε και αυτός και έλεγε το γνωστο σε όλους ………….( γα-γα-γα-πώσε ).
κείνη την εποχή ήτανε δύσκολη η επικοινωνία και η μετακίνηση και τον είχανε το Μαθιο για θελήματα και παραγγελιές απο το ένα χωριό στο άλλο να του γράψουνε μια παραγγελιά σένα χαρτί να το πάρη να το πάη στο άλλο χωριό να το δώση να το διαβάσουνε και ΄με τον τρόπο αυτόν να γενή η επικοινωνία.Αυτός απο όπου πέρνανε σ’τσι πόρτες των αθρώπω στα χωρια τονε φωνιάζανε και τονε κερνούσανε μια χουφτέ ελιές ένα κομάτι ψωμί και ένα κρασί ΄μενα κρομύδι γή του βάνανε και μιάολια γλύνα στο ψωμί .τον ελιπούντανε οι γυναίκες και τονε βάνανε μέσα και τονε πυρώνανε στη παρασιά την εποχη τσι κρυγιώτης που τονε θωρούσανε ξυπόλητο γη για να στεγνώση άμα θα τονε θορούσανε στα σοκάκια ολόγρο να έχη γραθή να μη πάθη καμιά πνευμονία με τα βρεμένα ρούχα…όπου τονε θορούσανε τα ψευτοφορτηγα αυτοκίνητα και οι καρνάβαλοι τσι περιφέρειάς μας…τον αναμαζώνανε οθέν κια που επήγαινε….Αυτός εδά ήτανε ο γέρος…μικιός που λένε
ήτανε μεγάλος στα χρόνια μα.είχιενε μυαλο και συμπεριφορα μικιού κοπελιου και κάτι………H φορεσά ντου ήτανε αναλογα την εποχη π.χ.σακάκι ποκάμισο και πατελόνι μια πιθαμή πάνω απο τσ’αστραγάλους.και ξυπόλητος..άν φόργενε παπούτσα έπρεπε να τανε. Δυό πιθαμές στο μάκρος και μια στο φάρδος για να βρεθή κάλύκωση να του χωρή στα πόδια..έπρεπε να πάη σε τσαγκαράδικο να του πάρουνε ξαμάρη και να γενη παραγγελία στα μέτρα ντου………Ας είναι έτσα πρέπη νάνε σάηκα ….ανακατομένη η μάζα τσι κοινωνίας και να χρειάζονε όλοι ετούτοι να οι γι αθρώποι όπως η ζούγλα έχη τα θερία και το ένα φοβάται το άλλο και το’να τρώη το άλλο. Γιαυτό θωρής παντου και υπάρχουνε και οι έξυπνοι και οι μπουνταλάδες οι παρλακοι οι μπραγοί μπουζουκοκέφαλοι και οι δυνατοι με τσι φοβητσάριδες που όντε πάνε για χοντρό ντωνε νερό τη νύχτα στο δρυαδάκι απο κάτω πάνε με το λύχνο αναμένο στη χέρα γιατί φοβούντε το σκοτίδι…να μη ξετρυπώξη απο ποθές …κιανης μπαμπούλας…( εδω αφορα την εποχη για τα χρόνια που δεν είχανε ακόμη τουαλέτα και ρεύμα στα σπίθια και οι γιαθρώποι επηγαίνανε οθεν τη πίσω μπάντα στο κηπάρη… ……στο .ποιό απόμερο ντόπο που δεν εφανέριζενε απο ποθές…
Ο λύχνος ήτανε τότε η σημερινή μπαλαντέζα και η απλίκα στα σπίθια αλλά χωρίς καλώδιο και τους μοναδικους εχθρούς που είχιε και εσήκωνε ψηλά τα χέρια ήταν η βροχη και ο αέρας ………….
Αρχίζουμε απο τα εύκολα για να πάμε στα δύσκολα Το λοιπός Σ. ολες τις εποχές πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν σαν αυτους που θα περιγράψωμε παρακάτω……..και ντακέρνωμε με τον……….
Ασκηντη το Χρήστο πρώτος και καλύτερος θεοσεβουμενος με τζουμπέ, κρανος και αρύδια, Ο Μαθιός ξυπόλυτος και με το ( γα-γα-γα-πώσε ), και ο κακομήτσης ο Γαλανογιώργης άτυχος και βασανισμένος με το κατα κόσμον παρατσούκλι .. ( ο στραβός ) είχε χάση το φώς του και απο τα δυό ντου αμάθια μικιός απο μια αρώσια λένε την οστρακιά…στη ζωή ύστερα επόμεινε στραβός,και εβασανίζουν ντονε.ο κακομήτσης και δεν εξεχώριζενε παρα μόνο λίγο –λίγο την νύχτα απο την μέρα…ε.ιχιενε όμως αυξημένες τις άλλες του αισθήσεις και επόρηζε νε όξω χωρίς να θωρή με μια φορτωτήρα στη χέρα και εγύριζε τσι λαγάρες και τα ρυάκια στη περιουσία ντου έστενε μπαγίδες τσι ζουρίδας και του αρκάλου και πλάκες για τα κυνήγια και βροχάδες και επήγαινε και τα γύρεγε τσι ταχυνάδες με τοσηνα πητηδιωσύνη σαν να είχιενε και τα δυό ντου μαθια…. να θωρή……. και μια φορά λέη σ΄τσι κουκουναρές εκουτελώσανε μ ένα χωριανόν ντου και αυτος λέη επαραπηρενε όθεν τον ερικιά του μέτζου για να δή πούρη μου ανε ντον νε γκιαστή και μόλις λέη έφταξε έκια εξεστάθηκε και γυρίζη όθεν τον ερικιά και λέη ,,,,, ποιός είναι μωρέ έπαε ¨…….ε.εεε…. ογιάντας δε μιλής ‘’ ποιος είσαι μωρέ έτα…………….και πορίζη και ξεχώστηκιενε ο αλλος μέσα απο τον ερικια …. και εχωράτεψε νε… ο γής τον άλλο και εφύγανε……ο κακομήτσης ο γαλανογιωργης ήτανε και χωρατατζης του αρέσανε τα αστεία , είχιενε και ένα μικιο σκούρο λυράκι με γερακοκούδουνα που στη πίσω μπάντα ήτανε ζωγραφισμένη μια άγκυρα με συνδιασμο μαζι με ένα σταυρό και το παιζε και εσκότονε την ώραν ντου.Στα γλέντια τονε βάνανε και των έπαιζε και αυτος τα δικά ντου και άμα τονε συκώνα νε να χορέψη έπιανε στη μέση αλαμπρατσέτο και ήθελενα του παίζη ο λυράρης ( τον αρχη χανιώτη ) ….. Κάθε μέρα τόχιενε το λυράκι στο βουργιάλι ντου μαζί με μιάολια ψωμί και το τζούκο με τ’ελιές. ‘ηχιενε και μια μποτίλια κόκκινο καλό κρασί. ( μαρουβά )και ένα κρομύδι που το κοπάνιζε με τη χέρα ντου για να το σπάση απάνω στο γονατό ντου…. και κάποια ώρα έγρύκας το λυράκι ντου να παίζη μόνο για τον απατο ντου…πότε στο περβόλι γή στη χαλέπα και πότε στο κιβούρι στη ποταμίδα σε κανένα παχυ ασκιανιό ……και τονε γρυκούσανε και οι άλλοι όσοι ήτανε γύρω γύρω ….…σ΄τσι περιουσίες τωνε…και ο πιο ντεπέλης-και μερακλής επαρέτα νε το σκαπέτι και επήγαινε κοντα του να του κάνη παρέα.Πάντα του εφόριενε κουτελίτη μια μπολίδα που εκατέβαινε τόσονα χαμιλά που του φραζε το ένα αμάτι τελείως και λίγο άλλο……Μέσα…ντου ήτανε ριζωμένες βαθιά όλες οι τοπικές συνήθειες και οι τρόποι συμπεριφοράς ‘όπως του τσι μάθανε οι γονέοι ντου και μέχρι τη μέρα που εστραβώθηκε…χωρίς καμιά διαφορά και εξέληξη ΄0πως ακολουθούσανε λίγο πολύ η κοινωνία και όλοι οι ανοιχτομάτηδες συνομήλικοί ντου… οπως εγρυκούντανε όσοι τονε γνωρίζανε ελέγανε πως ήτανε πολύ αυστηρως σ΄τσι κουβέντες του…………και στη κριτική ντου………ήταν αγαπητός σε όλους….επίσης αν και τυφλός πήδησε πολλά παλούκια στη ζωή ντου και πολλές δεκαετίες και εξεπέρασε πολλούς συνομήλικούς του και ανοιχτομάτηδες στα χρόνια Ο Γαλανογιώργης έζησε μέχρι στα βαθεια γεράματα και όταν απεδήμησεν εις Κύριον ήλθε πολύς κόσμος και τον κατευοδωσεν με τιμές και δόξες……το μόνο που δεν μπόρεσε να αφήση κλερονομους……δεν μπειράζη…δεν ήταν απο το θειό γραμμένο …..άφησε αυτός καλές πράξεις και γρυκούντε ακόμη και σήμερο οι ιστορίες του….
2Αξωπίσω απο το Γαλανογιώργη ΄ο θεός μας έπεψε στα χωριά μας τον ασκηντη το χρήστο για να μας σε δοκιμάση και τον Μαθιό για να μας παραδειγματηση και να μας μαηνάρη να γίνουμε ταπεινοί και όχι πετεινοι και να προσέχουμε εμείς που έχουμε την υγειά ..μας τουλάχιστο να μη καβαλήσωμε το καλάμι…
……….
Ο Ασκηντης ο Χρήστος λοιπόν‘ητανε θεοσεβούμενος και καλοκάγαθος άνθρωπος, εφόριενε παπαδίστικο τζουμπέ και στη κεφαλη ντου ένα στρατιωτικό κράνος εγγλέζικο…
Ήτανε αρματωμένος με αλυσίδες.στη μέση ντου εζώνουντανε με μια φαρδιά ζώνη φορτωμένη με αρύδια κλαδεύτηρους μαναράκια μαχαιρια τσακάκια τριτσέτα ξυλοφάδες σφυλάτσα Ευαγγέλια.απόστολους και όλα τα χερουβικά, και όλους τους ψαλμούς του Δαβίδ… όλα τα βάστανε απάνω ντου και άλλα ήτανε σ΄τσι απόκρυφες τσέπες του και άλλα ήτανε κρεμασμένα στη μέση ντου έφόριενε στα πόδια ντου ξύλινη καλύκωση που ήταν σε σχήμα ( βλαχικο τσαρούχι ) και είχιε κρεμασμένο και ένα τσαρούχι στη μέση ντου για την κακιά ώρα που λένε μήπως και του σπάση κανένα απο αυτά που φωρή να το χρησημοποιήση……….Αυτός εγύριζε φαίνεται όλο το ψηλορείτη γύρω γύρω γιατι εβρεθήκανε αθρώποι που τονε γνωρίζανε απο το Μυλοπόταμο απο τη βορεινη μπάντα του ψηλορείτη να μπή στο Μαλεβύζι να κατεβή στη Μεσσαρά να ξετρυπήση στο τυμπάκι να γύρη μέσα.απο τη πίσω μπάντα τα πίσω χωριά…… Όπου και να πέρνανε τον νε διπλαρωνανε όλοι απο κοντα για να τσι βοηθά….’οποιοι επρολαβαινανε πρώτοι τονε πιάνανε και τονε μαγγανίζανε με το συργούλιο επειδή ήτανε χεροδύναμος και θεριό σαν τον ελέφαντα …..εδά…στη μεσσαρά εβρήνουντονε στο αμάρι..γή.. όθεν τα μαλεβύζα -κρουσώνα να ρθή πόδε… ‘οθεν το μυλοπόταμο των κρατηζανε για να των νε σκίζη ξύλα…. ετότες ήτανε και η εποχη που εσάζανε τα καμίνια σ’τσι κορφές και όπου εμπέρδεγε εγαναχτιζενε να ξεμπερδέξη….του δύνανε και αέρα …απάνω Χρήστο…απού χιου…. μωρέ Χρηστο….αντε μωρε Χρήστο και μείς θα σε παντρέψωμε με την καλύτερη κοπελιά.. και εθώριες το μανάρι του Χρήστου και έβγενε νε πιο ψηλά και εκατέβαινε με πιο’μεγάλη ταχύτητα και δύναμη και τα χοντρά κουτσούρια τά’σκιζε χωρίς καμιά δυσκολία……λές και ήτανε χασές…γή εσύκωνε θεόβαρα κουτσούρια απο τη μια μπάντα ……..και τα πήγαινε στην άλλη…..Αυτός ο κακομήτσης εξετρύπανε όθεν τα χωριά μας πολλές φορές τον καιρό που ελωνευγαμε . …έσαζε τω κοπελιώ σταυρουλάκια απο ελαινιο ξύλο…τονε ταήζανε οι γιαθρώποι και εμπαινε και αυτός στο βολόσυρο να τσι βοηθήση στο αλώνι μα καμοιά φορά τα βούγια τονε φοβούντανε με τσι σιδέρες που εβάστανε και την πανοπλία ντου και όπως εσύμωνε αυτός στο αλώνι εξετριοδήζουντανε αυτά να βγούνε όξω απο το αλώνι….την εποχή εκείνη να….τηλεόραση δεν υπήρχε ακόμη και τα ράδια και τα γραμμόφωνα λίγα , ρεύμα καθόλου , οι γιαθρώποι για να περάση η ώρα τους τα βράδυα απής εποδειπνούσανε επορίζανε όξω σ΄τσί αυλές και είχανε τα καρεκλάκια τους γή τα κουτσουράκια τους και εκάνανε βενκιέρα να περάση ή ώρα μέχρι να πάνε να θέσουνε στα κοιμητόρουχα…. Έκια εγρύκας όλα τα νέα και ότι ιστορία μπορης να φανταστής….. μόνο οι κοπελιές οι αραβωνισμένες ελείπανε γιατί αυτές επομένανε μέσα στο σπίτι και εκάθουντονε μπροστά στο λύχνο και εκεντουσανε και εσάζανε την προίκα τους…..αυτές όλη μέρα και εφέγγανε εφαίνανε στο αργαστήρι τσι πατανίες των νε και τα βράδυα που εσκοτείνιαζε επλέκανε οι μαναδες τονε με τσι μπανέλες και εκεντούσανε οι κοπελιές γιατί την άλλη μέρα που ήθελα ρθή η ώρα να γενή ο γάμος…έπρεπε να δείξουνε στο γάμο την προίκα τους και το νοικοκεράτο τους…..Μόνο αφήνωμε την μια κουβέντα και πιάνωμε την άλλη…Μια βραδυά λοιπόν απο τούτες σας ελαγώνεγιε και ο Χρήστος στα χωρια μας και για να τονε πειράξουνε να γελάσουνε εθωρούσανε πως εγλυκοξανοιγε έκια μια κοπελιά… ελεύτερη …και του λένε γιάε Χρήστο θα σε βάλωμε να θέσης στο οντα με τη κοπελιά και ενε τσι κάμης πράμμα θα σου τη δώσωμε,,,αλλοιώς δεν σου τη δίδωμε….πάνε τάχα μου και στρώνουνε το κρεββάτι και ετοιμάζουνε τα κοιμητόρουχα του ζευγαριού και χωνουνε τη κοπελιά… κιαπόκιας του λένε χρήστο ότι ώρα θές εδά μπορής νας πάς…όλα είναι έτοιμα στο ονταδάκι…επορπαθιενε και αυτος ένα ένα τα σκαλέρια σοβαρά σοβαρά πού αν ΄δεν το βλέπανε θα την ανέβαζε ο Χρήστος δυό δυό τη σκαλα ….’ητανε χαμογελαστός και ευτυχισμένος .και εκανάκιζενε τα γένια ντου…και απής εσωπάτησε στη σκάλα στην απάνω μπάντα αντι να αντικρύση τη κοπέλια θωρή και ήτανε θεμένος ο αδερφός τσι …κοπελιάς…μέσα στα κοιμητόρουχα… και βάνουνε οι άλλοι τα γέλια ο χρήστος εμπροσβάρθηκε και ενευρίασε και σέρνη απο τη μέση ντου μια. σπάθα έτοιμος να φετοκόψη όποιος βρεθη στη τροχια της λεπίδας του όποιον πρωτοπρολάβη. …ένα – δυό μαζί΄και…τρείς. εκάλυπτε το μήκος τσι κόψης τσί σπάθας.οι πιό μεγάλοι εμπήκανε ομπρός απο τα γυναικόπεδα να τονε κοντέψουνε και απάνω στην αναπουμπούλα ξεκρεμά γερά γερά ένας , ένα γερμανικό τουφέκι και παίζη δυο μπαλίδια στον αέρα και απου.φύγη -φύγη ο Χρήστος…Που απο το βρούχος εκουφαθήκανε τα κοπέλια εξυπαστήκανε και οι σκύλοι και εντακάρανε και εγαυγίζανε εστρυφογυρίζανε στα σοκάκια και δεν εγατέχανε που να γύρουνε μα εκουφάθηκιε νε και ο Χρήστος και εχάθηκε μέσα στο σκοτίδι και τονε πείρανε απο πίσω και οι σκύλοι και εγλακούσανε ο κάθε χωριανός και έκραζε νε και αναμάζωνε τον εδικόν του γιατί ήτανε όλοι δακανιάρηδες να μη τονε δακάσουνε κιόλας…και ο χρήστος δεν εξαναφάνηκε στα χωριά μας και μετά απο χρόνια εκούστηκε πώς τονε βρήκανε σε μια βαρυχειμωνιά σένα σπυλιάρη μέσα ποθαμένο…………ο θεός να του συχωρέση και αυτηνού και εμάς που τονε πειράζαμε…
3
Εδα θα παίξουμε ένα σάλτο να περάσωμε δυό – τρία ρυακάκια να πεταχτούμε σένα άλλο κοντοχωριανό μετοχάκι που εγενήθηκιε ο Μαθιός…. να δούμε ποιός, ήτανε πάλι τούτος σας… ……ο καλός Σαμαρίτης…και όχι Καμαρίτης γιατί εμείς στο μυλοπόταμο έχουμε πολλούς Καμαρίτηδες….και καθόλου Σαμαρίτηδες………ο κακομήτσης πάλι ο Μαθιός ήτανε άλλος ενας άγιος άθρωπος…καλός και αγαπητός σε όλο τον κοσμο…
ήτανε απο τσι μάνας του τη κοιλιά ξυπόλυτος μέχρι που επόθανε…ξυπόλητος επορπάθιενε μέσα στο σπίτι στα σοκάκια στον αμαξωτό και το καλοκαίρι που πέρα πόδε ελειώνανε οι πίσσες απο… την κάψα .αυτος τσι πάθιενε χωρίς να καίγουντε οι πατούχιες του…εγύριζε στο ψηλορίτη επάθιενε τσίτες μπικωτές πέτρες μα οι πατούχιες του ήτανε σκληρές .και απο τα πρινόξυλα...και δεν εκαταλάβαινε ντίπη … για τον κύριον Μαθαίο ήτανε σαν να πορπατούσε με κρητικά στιβάνια απάνω σε μπαμπάκια ………Αυτός δεν έσκηζε ξύλα ούτε έστενε μπαγίδες τσι ζουρίδας……..Ο Μαθιός ήτανε και αυτός θεριό και γεροδεμένος μα μπραγιός κοσμοπολίτης και σπιτόγατος επήγαινε στη χώρα έβγαινε στο μυτάτα στη εποχη που τυροκομούσανε οι βοσκοί στο ψηλορείτη και έτρωε χουμά και αθότυρο.και την εποχή που κάνανε τσι κουρές των οζώ έβγαινε και έτρωε κανένα κομάτι κριάς οφτό..ήτανε καφενόβιος ήσυχος και αγαπητός τον αγαπούσε ο κόσμος και τους αγαπούσε και αυτός και έλεγε το γνωστο σε όλους ………….( γα-γα-γα-πώσε ).
κείνη την εποχή ήτανε δύσκολη η επικοινωνία και η μετακίνηση και τον είχανε το Μαθιο για θελήματα και παραγγελιές απο το ένα χωριό στο άλλο να του γράψουνε μια παραγγελιά σένα χαρτί να το πάρη να το πάη στο άλλο χωριό να το δώση να το διαβάσουνε και ΄με τον τρόπο αυτόν να γενή η επικοινωνία.Αυτός απο όπου πέρνανε σ’τσι πόρτες των αθρώπω στα χωρια τονε φωνιάζανε και τονε κερνούσανε μια χουφτέ ελιές ένα κομάτι ψωμί και ένα κρασί ΄μενα κρομύδι γή του βάνανε και μιάολια γλύνα στο ψωμί .τον ελιπούντανε οι γυναίκες και τονε βάνανε μέσα και τονε πυρώνανε στη παρασιά την εποχη τσι κρυγιώτης που τονε θωρούσανε ξυπόλητο γη για να στεγνώση άμα θα τονε θορούσανε στα σοκάκια ολόγρο να έχη γραθή να μη πάθη καμιά πνευμονία με τα βρεμένα ρούχα…όπου τονε θορούσανε τα ψευτοφορτηγα αυτοκίνητα και οι καρνάβαλοι τσι περιφέρειάς μας…τον αναμαζώνανε οθέν κια που επήγαινε….Αυτός εδά ήτανε ο γέρος…μικιός που λένε
ήτανε μεγάλος στα χρόνια μα.είχιενε μυαλο και συμπεριφορα μικιού κοπελιου και κάτι………H φορεσά ντου ήτανε αναλογα την εποχη π.χ.σακάκι ποκάμισο και πατελόνι μια πιθαμή πάνω απο τσ’αστραγάλους.και ξυπόλητος..άν φόργενε παπούτσα έπρεπε να τανε. Δυό πιθαμές στο μάκρος και μια στο φάρδος για να βρεθή κάλύκωση να του χωρή στα πόδια..έπρεπε να πάη σε τσαγκαράδικο να του πάρουνε ξαμάρη και να γενη παραγγελία στα μέτρα ντου………Ας είναι έτσα πρέπη νάνε σάηκα ….ανακατομένη η μάζα τσι κοινωνίας και να χρειάζονε όλοι ετούτοι να οι γι αθρώποι όπως η ζούγλα έχη τα θερία και το ένα φοβάται το άλλο και το’να τρώη το άλλο. Γιαυτό θωρής παντου και υπάρχουνε και οι έξυπνοι και οι μπουνταλάδες οι παρλακοι οι μπραγοί μπουζουκοκέφαλοι και οι δυνατοι με τσι φοβητσάριδες που όντε πάνε για χοντρό ντωνε νερό τη νύχτα στο δρυαδάκι απο κάτω πάνε με το λύχνο αναμένο στη χέρα γιατί φοβούντε το σκοτίδι…να μη ξετρυπώξη απο ποθές …κιανης μπαμπούλας…( εδω αφορα την εποχη για τα χρόνια που δεν είχανε ακόμη τουαλέτα και ρεύμα στα σπίθια και οι γιαθρώποι επηγαίνανε οθεν τη πίσω μπάντα στο κηπάρη… ……στο .ποιό απόμερο ντόπο που δεν εφανέριζενε απο ποθές…
Ο λύχνος ήτανε τότε η σημερινή μπαλαντέζα και η απλίκα στα σπίθια αλλά χωρίς καλώδιο και τους μοναδικους εχθρούς που είχιε και εσήκωνε ψηλά τα χέρια ήταν η βροχη και ο αέρας ………….
ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΣΤΟ ΜΕΤΟΧΙ....ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
ΕΝΑ ΘΑΥΜΑ ΣΤΟ ΜΕΤΟΧΙ
Κάθε τόπος βγάνη τσ’αγίους του τους ήρωές του....έχη τσι ιστορίες του τα καλά ντου τα μπουνταλάδικά ντου...και τα παράξενα ντου....
Έτσα δα και έπαε ...παρά κάτω...θα δείτε κάτι τίς....που περιέχη και λίγο το ανεξηγητο...
Το λοιπός.... Σ’ένα μετόχι του μυλοποτάμου ήτανε μια γεροντοκόρη που επέρνανε τα σαράντα πέντε και πάνω.....ήτανε άτυχη...και δεν είχιε γνωρίση μοίρα...(ανηπαντρη).....και εγυριζε νε στα χωράφια και εδούλεγε...πήγαινε στα ζουμπερα και ήτανε πιο αποδοτικη σε όλα..ντζι ακομη και απο ένα καλό άντρα..εφόρτωνε στο χτημα (γαιδαρο) όξυνίδες στα τσουβάλια απο τα αμπέλια και ετάηζε νε τσι χοίρους.....έκοενε ξύλα έσφαζενε χοίρους ..... οζα...
Εφύτεγε περβόλια στο καλοκύρο...και σε όλα ήτανε μια μεγαλη βοήθεια δίπλα στον αμπλό ντζι (αδελφός τσι )....αυτη εκαταγυνουντονε με δουλιές του ΄΄οξω και του μέσα......έσαζε παρασύρες απο τσι ερίκους και επαράσερνε τσι σταύλους τα σοκάκια και έκτος απο το φαή έσαζε και το άλεσμα και εβούτσωνε και τον μπάτω του αλωνιου το θέρος την εποχη που ελωνέγανε ... Πόσες φορές δεν τη άκουγαν οι περαστικοί να τραγουδή των βουγιών..και να αλωνεύη όρθια απάνω στο βολόσυρο ....με τη μπολίδα στη κεφαλη τζι για το ήλιο.... ( .....το μείο για τωνε τά άχερα δικά....ντωνε και ο καρπός του αγά.....ντωνε..... ),,,,, σε μελωδία κάποιας ιταλικής μπαλάντας....
Αυτο που δεν εκάτεχιε καλα ήτανε το τρατάρισμα και τη περιποιηση όταν είχανε μουσαφήρηδες...(τη ψηλοδουλειά)...γιαυτη τη δουλεια ήτανε η γυναίκα του αδερφού τζι που ήτανε καμώτρα σε ανυφαντικα τριοπαπύτηρα κουσκουσέδες δέξημα ακόμη.και στα εδέσματα..γλυκίσματα χριστόψωμα..τριβίδια...λουκουμάδες μελομακάρουνα και έφτανε μέχρι τσι τυγανήτους και κουβαρήτους με το πετιμέζι.... (σημερηνους λουκουμάδες)
Αντέστε δα να γυαγύρομε οπίσω γιατι επολιαλαργάραμε απο τη κουβέντα μας .... Ετουτηνα δα η γεροντοκόρη εθώριενε πολλές φορες στο ύπνο ντζι την εικόνα της Αγίας Παρασκευής ( μεγάλη χάρη τζι...).... εθωριενε πελέκια απο την εκκλησια της Αγίας την αγία τράπεζα της εκκλησίας και έβανε τον αδερφο ντζι και επηγαίνα νε ...π[οτε αμοναχός και πότε μα κιανένα χωριανο...στα ρυάκια στο τόπο που της το ονείρεβγιε η Αγία και εψάχνανε ...μα ποτές των νε δεν εβρηκανε πράμμα...μα πράμμα...ντίπι...
Υπήρχε βέβαια η παράδοση στο χωριο πως υπήρχε σε ένα ρυάκι στη απο πάνω μπάντα στα περβόλια μέσα μια εκκλησία της Αγιάς Παρασκής και μια βραδυά του κακου Μάη που λένε έριχνε νε ο θεός τα νερα με τα σταμνιά και εβούλησε νε ο τόπος και εχάθηκε νε η εκκλησία στα ρυάκια..... Με τα πολλά άμα ανοίγανε κουβέντα για το οτι πρέπη να πάμε και να γυρέψωμε στα ρυάκια τα πράμματα τσι εκκλησάς ο αδερφός τσι ήτανε πάντα αρνητικός και μανισμένος... Το πως ε κακομοίρα μα εσύ ετρεζάθηκες τελείως και είσαι για τα σίδερα......θα μας σε καμης να μη μπορούμε να μας σε θωρούνε οι γι
αθρώποι..... Μα και μιά...ολια.......
Ετσα επήγαινε..νε ζωη τζι μέχρι ανοιξης καιρου... (μέρες του πάσχα ..) εφτάξανε ένα ζευγάρι απο την Αμερική που ήρθανε στο μετόχι να γνωρίσουνε το μέρος που εγενήθηκε ο πατέρας τσι κοπελιάς..... Που είχε φύγη το 1910 και από κια και ύστερα δεν εξαναγυάγυρε....Αυτοι απ ότι αναστορούμαι δεν εσέρνανε κοπέλια και σάηκα μπορη να ήτανε και άκλεροι... γη νιόπαντροι....
Σαν ήλθανε στο μετόχι εβαστουσανε και φωτογραφικες μηχανες έχρωμες... Εφορούσανε στολές αμερικάνικες ..και με ξενικες συνήθιες .... Η κοπελια μιλούσε σπαστα ελληνικά με αμερικάνικη προφορά...ο ντελικανής ειχε ενθουσιαστη έβλεπες έβλεπες τη χαρα στο προσωπο του... Και δεν το πείραζε που δεν εκαταλάβαινε γρη απο αυτα που λέγαμε εμείς...............
Εκαναμε παρέες εμιλούσαμε όλοι οι χωριανοι όμορφα ο ένας στον άλλο και όσοι ήτανε τσακωσμένοι θαρόπως τα σάσανε και εμιληθήκανε.... Αφου λοιπόν ήτανε μέρες του Αγίου Πάσχα επήγαμε όλο το μετόχι ( εκτος τους γέρους )μαζι με τους αμερικάνους στο πιο κοντηνο χωριο ( 5 χιλιομετρα) στο επιτάφειο.....
Το μετόχι δεν ειχε εκκλησία και της μεγάλες σκολάδες εγρυκούσανε τη καμπάνα απο τα διπλανα χωριά αφου δεν υπήρχε και ρολόη... Και εκαταλαβαίνανε πως εδά ε΄κάμανε την ανάσταση.....εδα γυρίζουνε τον επιτάφειο .... Εδα επαιξε η δευτερη καμπάνα..κλπ... Μονο ξαναφύγαμε και πρέπη να ξαναγυαγύρουμε στη κουβέντα μας....
Έκια λοιπόν στο άλλο χωριο που εβρέθηκε νε η πρωταγωνηστρια μας την νε περίμενε και η τύχη τζι ...την είδε ένας ξενοχωριανός στη εκκλησια.. Την ώρα που έμπαινε....Την ερωτευτηκε....και ζητησε το χερι της απο τον αδελφο της.... Και αυτός του το έδωσε..
Κάτσανε κάποιους μήνες αρραβωνιασμένη την είχε μη στάξη και μη βρέξη κατίγκο την λέγανε οι χωριανοί κατίνα μας την νε βάφτησε ο ντελικανης τσι.... Και τη μέρα του γάμου τζι... Ειχαν έλθη εκτος τσι κοντοχωριανους ειχε έλθη και μια παρεα ενα ζευγάρη απο τη χωρα ...( Ηράκλειο ) και εσέρνανε δυο κπέλια που μόλις εφτάξανε στο μετοχι με τους γκρεμούς και την άγρια φύση του μυλοποτάμου επήρανε τσι σφεντονες των νε να πάνε για το κυνήγι και να απολαύσουν την αγριότητα του τοπίου.....Λίγες ώρες πριν τη στέψη του μυστηρίου έκια πυ γλεντίζανε έρχοντε τα κοπέλια σκασμένα και λένε τσι μαμάς των νε..
- Μαμά εκει κάτω στο ρέμα κρέμεται μια εικόνα της Αγίας Παρασκευής σε ενα δεντρο και ειναι ψηλα και δεν μπορουσαμε να τη φτάσουμε γιατι είναι στο γκρεμό... Σταματουνε τη λύρα και το γλέντι αναστατόνετε ο κόσμος και τρεχη πρός
Το μέρος που έδειχναν τα παιδια.... Πραγματικα οσοι ήτανε καθαροι....( οι περισοτεροι) το βλέπανε και εσταυροκοπιόντανε.... Το βλέπη και ο αδερφός τσι νύφης και επειδη ήξερε το ιστορικό.... Εψηλοβλαστημαγιε απο μέσα ντου και απόξοντου.... Το...ποιός κερατας μας την έκαμε ετούτηνα τη δουλεια...σημερο..... ΄και να μας σε κάμη άνω κάτω... Να μας νε αναστατώση και όπως έβγαινε το δρυαδάκι τονε παρακολουθούσε και ο κόσμος απλώνη τη χέρα ντου στο χαχάλη και αντι να ξεκρεμάση την εικόνα ........ έπιασε ένα φύλο του δρύ............ο κόσμος εσταυροκοποιουντανε εμάθανε όσοι δεν το κατέχανε.. και εκουβεδιάζανε για τα όνειρατα τσι νύφης και λέγανε πως ΄΄επρεπε να φωνιάξουνε παπά να διαβάση πράμμα ευκιές και όχι να πάη ο αδερφός να τη νε ξεκρεμάση βρίζωντας.......... Γιατι η Αγια τσι παρουσιάστηκε την τελευταία μέρα που έφευγε απο το χωριο ..... ... μιας και τόσα χρόνια αυτη δεν ήτανε άξια να την βρη...............
Κάθε τόπος βγάνη τσ’αγίους του τους ήρωές του....έχη τσι ιστορίες του τα καλά ντου τα μπουνταλάδικά ντου...και τα παράξενα ντου....
Έτσα δα και έπαε ...παρά κάτω...θα δείτε κάτι τίς....που περιέχη και λίγο το ανεξηγητο...
Το λοιπός.... Σ’ένα μετόχι του μυλοποτάμου ήτανε μια γεροντοκόρη που επέρνανε τα σαράντα πέντε και πάνω.....ήτανε άτυχη...και δεν είχιε γνωρίση μοίρα...(ανηπαντρη).....και εγυριζε νε στα χωράφια και εδούλεγε...πήγαινε στα ζουμπερα και ήτανε πιο αποδοτικη σε όλα..ντζι ακομη και απο ένα καλό άντρα..εφόρτωνε στο χτημα (γαιδαρο) όξυνίδες στα τσουβάλια απο τα αμπέλια και ετάηζε νε τσι χοίρους.....έκοενε ξύλα έσφαζενε χοίρους ..... οζα...
Εφύτεγε περβόλια στο καλοκύρο...και σε όλα ήτανε μια μεγαλη βοήθεια δίπλα στον αμπλό ντζι (αδελφός τσι )....αυτη εκαταγυνουντονε με δουλιές του ΄΄οξω και του μέσα......έσαζε παρασύρες απο τσι ερίκους και επαράσερνε τσι σταύλους τα σοκάκια και έκτος απο το φαή έσαζε και το άλεσμα και εβούτσωνε και τον μπάτω του αλωνιου το θέρος την εποχη που ελωνέγανε ... Πόσες φορές δεν τη άκουγαν οι περαστικοί να τραγουδή των βουγιών..και να αλωνεύη όρθια απάνω στο βολόσυρο ....με τη μπολίδα στη κεφαλη τζι για το ήλιο.... ( .....το μείο για τωνε τά άχερα δικά....ντωνε και ο καρπός του αγά.....ντωνε..... ),,,,, σε μελωδία κάποιας ιταλικής μπαλάντας....
Αυτο που δεν εκάτεχιε καλα ήτανε το τρατάρισμα και τη περιποιηση όταν είχανε μουσαφήρηδες...(τη ψηλοδουλειά)...γιαυτη τη δουλεια ήτανε η γυναίκα του αδερφού τζι που ήτανε καμώτρα σε ανυφαντικα τριοπαπύτηρα κουσκουσέδες δέξημα ακόμη.και στα εδέσματα..γλυκίσματα χριστόψωμα..τριβίδια...λουκουμάδες μελομακάρουνα και έφτανε μέχρι τσι τυγανήτους και κουβαρήτους με το πετιμέζι.... (σημερηνους λουκουμάδες)
Αντέστε δα να γυαγύρομε οπίσω γιατι επολιαλαργάραμε απο τη κουβέντα μας .... Ετουτηνα δα η γεροντοκόρη εθώριενε πολλές φορες στο ύπνο ντζι την εικόνα της Αγίας Παρασκευής ( μεγάλη χάρη τζι...).... εθωριενε πελέκια απο την εκκλησια της Αγίας την αγία τράπεζα της εκκλησίας και έβανε τον αδερφο ντζι και επηγαίνα νε ...π[οτε αμοναχός και πότε μα κιανένα χωριανο...στα ρυάκια στο τόπο που της το ονείρεβγιε η Αγία και εψάχνανε ...μα ποτές των νε δεν εβρηκανε πράμμα...μα πράμμα...ντίπι...
Υπήρχε βέβαια η παράδοση στο χωριο πως υπήρχε σε ένα ρυάκι στη απο πάνω μπάντα στα περβόλια μέσα μια εκκλησία της Αγιάς Παρασκής και μια βραδυά του κακου Μάη που λένε έριχνε νε ο θεός τα νερα με τα σταμνιά και εβούλησε νε ο τόπος και εχάθηκε νε η εκκλησία στα ρυάκια..... Με τα πολλά άμα ανοίγανε κουβέντα για το οτι πρέπη να πάμε και να γυρέψωμε στα ρυάκια τα πράμματα τσι εκκλησάς ο αδερφός τσι ήτανε πάντα αρνητικός και μανισμένος... Το πως ε κακομοίρα μα εσύ ετρεζάθηκες τελείως και είσαι για τα σίδερα......θα μας σε καμης να μη μπορούμε να μας σε θωρούνε οι γι
αθρώποι..... Μα και μιά...ολια.......
Ετσα επήγαινε..νε ζωη τζι μέχρι ανοιξης καιρου... (μέρες του πάσχα ..) εφτάξανε ένα ζευγάρι απο την Αμερική που ήρθανε στο μετόχι να γνωρίσουνε το μέρος που εγενήθηκε ο πατέρας τσι κοπελιάς..... Που είχε φύγη το 1910 και από κια και ύστερα δεν εξαναγυάγυρε....Αυτοι απ ότι αναστορούμαι δεν εσέρνανε κοπέλια και σάηκα μπορη να ήτανε και άκλεροι... γη νιόπαντροι....
Σαν ήλθανε στο μετόχι εβαστουσανε και φωτογραφικες μηχανες έχρωμες... Εφορούσανε στολές αμερικάνικες ..και με ξενικες συνήθιες .... Η κοπελια μιλούσε σπαστα ελληνικά με αμερικάνικη προφορά...ο ντελικανής ειχε ενθουσιαστη έβλεπες έβλεπες τη χαρα στο προσωπο του... Και δεν το πείραζε που δεν εκαταλάβαινε γρη απο αυτα που λέγαμε εμείς...............
Εκαναμε παρέες εμιλούσαμε όλοι οι χωριανοι όμορφα ο ένας στον άλλο και όσοι ήτανε τσακωσμένοι θαρόπως τα σάσανε και εμιληθήκανε.... Αφου λοιπόν ήτανε μέρες του Αγίου Πάσχα επήγαμε όλο το μετόχι ( εκτος τους γέρους )μαζι με τους αμερικάνους στο πιο κοντηνο χωριο ( 5 χιλιομετρα) στο επιτάφειο.....
Το μετόχι δεν ειχε εκκλησία και της μεγάλες σκολάδες εγρυκούσανε τη καμπάνα απο τα διπλανα χωριά αφου δεν υπήρχε και ρολόη... Και εκαταλαβαίνανε πως εδά ε΄κάμανε την ανάσταση.....εδα γυρίζουνε τον επιτάφειο .... Εδα επαιξε η δευτερη καμπάνα..κλπ... Μονο ξαναφύγαμε και πρέπη να ξαναγυαγύρουμε στη κουβέντα μας....
Έκια λοιπόν στο άλλο χωριο που εβρέθηκε νε η πρωταγωνηστρια μας την νε περίμενε και η τύχη τζι ...την είδε ένας ξενοχωριανός στη εκκλησια.. Την ώρα που έμπαινε....Την ερωτευτηκε....και ζητησε το χερι της απο τον αδελφο της.... Και αυτός του το έδωσε..
Κάτσανε κάποιους μήνες αρραβωνιασμένη την είχε μη στάξη και μη βρέξη κατίγκο την λέγανε οι χωριανοί κατίνα μας την νε βάφτησε ο ντελικανης τσι.... Και τη μέρα του γάμου τζι... Ειχαν έλθη εκτος τσι κοντοχωριανους ειχε έλθη και μια παρεα ενα ζευγάρη απο τη χωρα ...( Ηράκλειο ) και εσέρνανε δυο κπέλια που μόλις εφτάξανε στο μετοχι με τους γκρεμούς και την άγρια φύση του μυλοποτάμου επήρανε τσι σφεντονες των νε να πάνε για το κυνήγι και να απολαύσουν την αγριότητα του τοπίου.....Λίγες ώρες πριν τη στέψη του μυστηρίου έκια πυ γλεντίζανε έρχοντε τα κοπέλια σκασμένα και λένε τσι μαμάς των νε..
- Μαμά εκει κάτω στο ρέμα κρέμεται μια εικόνα της Αγίας Παρασκευής σε ενα δεντρο και ειναι ψηλα και δεν μπορουσαμε να τη φτάσουμε γιατι είναι στο γκρεμό... Σταματουνε τη λύρα και το γλέντι αναστατόνετε ο κόσμος και τρεχη πρός
Το μέρος που έδειχναν τα παιδια.... Πραγματικα οσοι ήτανε καθαροι....( οι περισοτεροι) το βλέπανε και εσταυροκοπιόντανε.... Το βλέπη και ο αδερφός τσι νύφης και επειδη ήξερε το ιστορικό.... Εψηλοβλαστημαγιε απο μέσα ντου και απόξοντου.... Το...ποιός κερατας μας την έκαμε ετούτηνα τη δουλεια...σημερο..... ΄και να μας σε κάμη άνω κάτω... Να μας νε αναστατώση και όπως έβγαινε το δρυαδάκι τονε παρακολουθούσε και ο κόσμος απλώνη τη χέρα ντου στο χαχάλη και αντι να ξεκρεμάση την εικόνα ........ έπιασε ένα φύλο του δρύ............ο κόσμος εσταυροκοποιουντανε εμάθανε όσοι δεν το κατέχανε.. και εκουβεδιάζανε για τα όνειρατα τσι νύφης και λέγανε πως ΄΄επρεπε να φωνιάξουνε παπά να διαβάση πράμμα ευκιές και όχι να πάη ο αδερφός να τη νε ξεκρεμάση βρίζωντας.......... Γιατι η Αγια τσι παρουσιάστηκε την τελευταία μέρα που έφευγε απο το χωριο ..... ... μιας και τόσα χρόνια αυτη δεν ήτανε άξια να την βρη...............
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009
ΣΤΟΝ Α;ΡΜΟ ΤΟ ΑΜΠΕΛΙ...........ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Στόν Αρμό στο Λιάτικο αμπέλι
Ευγιά έκανε νε εκεινη νά τη μέρα και εμονοπαντήσανε πέντε έξε γυναίκες ταχινή ταχινή εστρώσανε τσι γαιδάρους επήρανε φάρδους και εγύρανε κάτω να μαζώξουνε οξυνίδα για τσι σκρόφες
Το χωριό ντονε ήτανε στά όρη (στον ψηλορείτη) ο τόπος άγωνος, δεν εφύτρωνε ούτε η οξυνίδα, και η μόνη ασχολία στους χωριανούς ήτανε η κτηνοτροφία
Έπρεπε λοιπόν να κατεβούνε χαμηλά στους πρόποδες στα μετοχάκια που υπήρχανε στίς αυλές του ποταμού όπου υπήρχε βλάστηση και των αθρώπω οικαλιέργειες
Σαν εφτάξανε ταχυνή-ταχυνή όπως ήτανε ακόμη δροσουλιασμένος ο τόπος μολέρνουνε τσι γαιδάρους ελεύθερους να τρώνε όπου μπούνε και ότι βρούνε.. αυτές εμπήκανε στα αμπέλια να μαζώξουνε οξυνίδες γερά-γερά να γεμίσουνε τσι φάρδους να τσι δέσουνε μέχρι τσι μπουζούνους κια’πόκιας να φορτωθούνε και πορτακάλια απο τα περβόλιαπού ήτανε στήν αποκατωθιό πάντα, και καλά καλά πρίν να τσι καλοδούνε οι αθρώποι να πάρουνε τον δρόμο της επιστροφής μα και της επιτυχίας που θα ‘χουνε να ταίζουνε τσι χοίρους για δέκα μέρες, και θα φάνε και τα κοπέλια ένα πορτακάλι ξεκούραστο, γιατί όσοι φέρνανε στο χωριό πορτακάλια και επουλούσανε αυτές για να πάρουνε ένα καλάθι πορτακάλια εδείδανε τυροκομιό.
Το βράδυ στο μετοχι σάν είδενε ο ένας τόν άλλο λέη...
- Ζαχάρη έκιε στο αρμό έκουσα και εγκανίζανε το πρωί γαιδάροι και λέω τίνος είναι εκεινοι-νά οι γαιδάροι ετούτονα το γκάνισμα δέν είναι απο τσι δικούς μας, προβέρνω πέρα-πέρα και ξανοίγω και θωρώ πέντε’ξε γυναίκες και ήτανε μέσα στα αμπέλια και εμαζώνανε οξυνίδες και είχανε μέσα μολαρητά τα χτήματα και εγλοπατούσανε μέ έτσα ογρασά. Εδά τα αμπέλια ενοίξανε και δεν πρέπη να μπαίνουνε ζούμπερα μέσα, απο το χυλιμίντρι τω γαιδάρω εσπούσανε τσί κοντύλους και ετυφλώνανε τα μάτια και τα ξεκάμανε και επήανε στη δουλιά ντονε... και σπώ και πάω να τσι προκάμω και τονε λέω ...ίντα γυρέτε δα παέ δεν θωρήτε την ογρασά και γλοπατήτε και οι γαιδάροι ογιάντας είναι αμολατοί στα ξένα αμπέλια των αθρώπω...
Ντα δεν είναι τούτο νε του συγγενου μας του ζαχάρη.. εμείς σε ξένα αμπέλια δεν μπαίνωμε παρά μόνο στου συγγενού μας.... Αυτές εδά Ζαχάρη οι συγγενιές σου με το θάρος το δικό σου κατεβαίνουνε κάθε χρόνο έπαέ και πανίζουνε τον τόπο....και απο πά και ύστερα πάλι οφέτος θα κατεβαίνουνε κάθε ντίς και ντάη.. και θα ριμάσουνε τό τοπο μόνο να το κατές...
Ο Ζαχάρης τα γρύκανε τα παράπονα και του και δέν εγάτεχιε ίντα να πή, πότε-πότε του ερχότανε να τσιμογελάση,αλλά για να αποφύγη να απαντήση γυρίζη και του κάνη μισο αστειευόμενος μα και λίγο στα σοβαρά...για να του αλλάξη κουβέντα.
Χαραλάμπη θυμάσε μωρέ μια φορά οντεν’έβλεπε ο αφέντης σου τα σύκα (που τότες τα βλέπανε όσοι είχανε για να μη τα τρώνε οι αθρώποι ) και εξόμενε στόν αρμό στ’αμπέλι να μην του τα φάνε, και θωρή δυο Λειβαδιώτες και εβγαίνανε και όπως εβγαίνανε διψασμάνη και νυστικοί πιός γατέχη απο που ήρχουντονε επορπατούσανε μέσα στο δρόμο είπενε πράμμα ο γής τ’αλλού και τα βάνουνε καί έπαιζενε φορτωτιρίδια ο γής τ’αλλού και γκρεμίζουντε μέσα στ’αμπέλι και ετσακώνουντανε μέσα τσι κουρμούλες . Και ο κύρης σου σάμε να τσι δή απο τον φόβον του σπά και φεύγη και κατεβαίνη στο μετόχι και έρχεται στο σπίτι και εφώνιαζε του αφέντη μου γλακα και στ’αμπέλι τσακώνουντε δυό και θα σκοτωθούνε ΄μονο άντεστε να τσι ξεχωρίσωμε
Και μόλις τον έκουσε νε ο κακκομοίρης ο κύρης μου που όσο μυαλό είχιενε δεν είχανε όλοι οι χωριανοί μαζί, γυρίζη και του κάνη...
- Εεε κακομοίρη μπουνταλά έτσα το κάμανε για να φύγης να σου φάνε τα σύκα...άμε δα να δείς πώς ετρυγήσανε τη συκιά.
ένα κρυφό χαμογελο και τών οι΄δυο΄νών ήτανε η λήξη της κουβέντας..
Ευγιά έκανε νε εκεινη νά τη μέρα και εμονοπαντήσανε πέντε έξε γυναίκες ταχινή ταχινή εστρώσανε τσι γαιδάρους επήρανε φάρδους και εγύρανε κάτω να μαζώξουνε οξυνίδα για τσι σκρόφες
Το χωριό ντονε ήτανε στά όρη (στον ψηλορείτη) ο τόπος άγωνος, δεν εφύτρωνε ούτε η οξυνίδα, και η μόνη ασχολία στους χωριανούς ήτανε η κτηνοτροφία
Έπρεπε λοιπόν να κατεβούνε χαμηλά στους πρόποδες στα μετοχάκια που υπήρχανε στίς αυλές του ποταμού όπου υπήρχε βλάστηση και των αθρώπω οικαλιέργειες
Σαν εφτάξανε ταχυνή-ταχυνή όπως ήτανε ακόμη δροσουλιασμένος ο τόπος μολέρνουνε τσι γαιδάρους ελεύθερους να τρώνε όπου μπούνε και ότι βρούνε.. αυτές εμπήκανε στα αμπέλια να μαζώξουνε οξυνίδες γερά-γερά να γεμίσουνε τσι φάρδους να τσι δέσουνε μέχρι τσι μπουζούνους κια’πόκιας να φορτωθούνε και πορτακάλια απο τα περβόλιαπού ήτανε στήν αποκατωθιό πάντα, και καλά καλά πρίν να τσι καλοδούνε οι αθρώποι να πάρουνε τον δρόμο της επιστροφής μα και της επιτυχίας που θα ‘χουνε να ταίζουνε τσι χοίρους για δέκα μέρες, και θα φάνε και τα κοπέλια ένα πορτακάλι ξεκούραστο, γιατί όσοι φέρνανε στο χωριό πορτακάλια και επουλούσανε αυτές για να πάρουνε ένα καλάθι πορτακάλια εδείδανε τυροκομιό.
Το βράδυ στο μετοχι σάν είδενε ο ένας τόν άλλο λέη...
- Ζαχάρη έκιε στο αρμό έκουσα και εγκανίζανε το πρωί γαιδάροι και λέω τίνος είναι εκεινοι-νά οι γαιδάροι ετούτονα το γκάνισμα δέν είναι απο τσι δικούς μας, προβέρνω πέρα-πέρα και ξανοίγω και θωρώ πέντε’ξε γυναίκες και ήτανε μέσα στα αμπέλια και εμαζώνανε οξυνίδες και είχανε μέσα μολαρητά τα χτήματα και εγλοπατούσανε μέ έτσα ογρασά. Εδά τα αμπέλια ενοίξανε και δεν πρέπη να μπαίνουνε ζούμπερα μέσα, απο το χυλιμίντρι τω γαιδάρω εσπούσανε τσί κοντύλους και ετυφλώνανε τα μάτια και τα ξεκάμανε και επήανε στη δουλιά ντονε... και σπώ και πάω να τσι προκάμω και τονε λέω ...ίντα γυρέτε δα παέ δεν θωρήτε την ογρασά και γλοπατήτε και οι γαιδάροι ογιάντας είναι αμολατοί στα ξένα αμπέλια των αθρώπω...
Ντα δεν είναι τούτο νε του συγγενου μας του ζαχάρη.. εμείς σε ξένα αμπέλια δεν μπαίνωμε παρά μόνο στου συγγενού μας.... Αυτές εδά Ζαχάρη οι συγγενιές σου με το θάρος το δικό σου κατεβαίνουνε κάθε χρόνο έπαέ και πανίζουνε τον τόπο....και απο πά και ύστερα πάλι οφέτος θα κατεβαίνουνε κάθε ντίς και ντάη.. και θα ριμάσουνε τό τοπο μόνο να το κατές...
Ο Ζαχάρης τα γρύκανε τα παράπονα και του και δέν εγάτεχιε ίντα να πή, πότε-πότε του ερχότανε να τσιμογελάση,αλλά για να αποφύγη να απαντήση γυρίζη και του κάνη μισο αστειευόμενος μα και λίγο στα σοβαρά...για να του αλλάξη κουβέντα.
Χαραλάμπη θυμάσε μωρέ μια φορά οντεν’έβλεπε ο αφέντης σου τα σύκα (που τότες τα βλέπανε όσοι είχανε για να μη τα τρώνε οι αθρώποι ) και εξόμενε στόν αρμό στ’αμπέλι να μην του τα φάνε, και θωρή δυο Λειβαδιώτες και εβγαίνανε και όπως εβγαίνανε διψασμάνη και νυστικοί πιός γατέχη απο που ήρχουντονε επορπατούσανε μέσα στο δρόμο είπενε πράμμα ο γής τ’αλλού και τα βάνουνε καί έπαιζενε φορτωτιρίδια ο γής τ’αλλού και γκρεμίζουντε μέσα στ’αμπέλι και ετσακώνουντανε μέσα τσι κουρμούλες . Και ο κύρης σου σάμε να τσι δή απο τον φόβον του σπά και φεύγη και κατεβαίνη στο μετόχι και έρχεται στο σπίτι και εφώνιαζε του αφέντη μου γλακα και στ’αμπέλι τσακώνουντε δυό και θα σκοτωθούνε ΄μονο άντεστε να τσι ξεχωρίσωμε
Και μόλις τον έκουσε νε ο κακκομοίρης ο κύρης μου που όσο μυαλό είχιενε δεν είχανε όλοι οι χωριανοί μαζί, γυρίζη και του κάνη...
- Εεε κακομοίρη μπουνταλά έτσα το κάμανε για να φύγης να σου φάνε τα σύκα...άμε δα να δείς πώς ετρυγήσανε τη συκιά.
ένα κρυφό χαμογελο και τών οι΄δυο΄νών ήτανε η λήξη της κουβέντας..
τα λερια ...ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Τα λεριά (τα αρτήσιμα και τα νυστίσιμα )
Τσι μεγάλες εορτές τσι χριστιανοσύνης ( τη λαμπρη τα χριστόγεννα και το δεκαπεντάρη )
Πολλές μέρες Ενηστέγανε…οι γι’αθρώποι το χρονο περίπου με το μάτι φαίνοντε εκατο μέρες ανε βάλωμε τα δυο σαραντα μερα και το δεκαπεντάρηκαι ανε βάλωμε και κάτι πάλι μια νυστεία που ήτανε το θέρος σύν τετραδοπάρασκα θεοψυχά μου ούτε εκατο πενήντα μέρες το χρόνο δεν επομένανε για να τρώη ο άθρωπος λεριά (αρτήσιμα)…π.χ. απο την τυρινή την τελευταία κεριακη των αποκρεων μέχρι την βραδυά της αναστάσεως το βράδυ του Μ.Σαββάτου ..ολοι ετρωγανε νηστήσιμα βραστερικά χόρτα μόνο λαδερά.που απο την αδυναμία και τη πολύ σκαλίδα αν εβάστανε ακόμη η νυστεία δέκα μέρες. ήθελα να μη μπορούν να πορίσουνε οι αθρώποι.όξω .απο τη πόρτα του σπιθιούν τωνε απο την αδυναμία..αφου εθώριες .μερικούς και είχανε κυταλιάση και εφέγγανε τα καύκαλα των αυτιών τωνε.έίχανε στεγνώση.τελείως.και σ’τσί στράτες επιένανε και δεν. επιένανε………Εκτός απο.μερικούς κοιλιόδουλους ΄που αυτοί…γή Λαμπρη είναι…. γη δεκαπεντάρη…. ποτές τωνε δεν νυστένε ούτε το κρέας και ούτε το λάδι…… Και όλη η κατηγορία των αθρώπω τούτηνα ήτανε φορτωμένοι με αμαρτίες της χολιστερίνης ..και των τριγλυκεριδίων..και μετά θα τους ακολουθούσε και το πρωπατορικό αμάρτημα της .πιέσης.και.του ζαχάρου…..Βέβαια όταν θα ερχόταν η ώρα και θα φτάνανε στη πόρτα του παραδείσου ο Αγιος Πέτρος θα τους ανέβαζε στο λουρή για ένα τέστ κοπώσεως και για τα.τρίμπλεξ..αλλά ουδείς θα το περνούσε αυτο το τέστ. και έτσι όλοι θα χάνανε την βασιλεία των ουρανών και θα μένανε έξω.απο την πύλη και δεν θα γευότανε ουδείς τον παράδεισο……..Όλα αυτά επαναλαμβάνωντε απο όλους μας.κάθε χρόνο και κάθα είς το ερμηνευγη και το μεταδίδη με το δικό του τρόπο …απο γενιά σε γενιά αλλά όλοι φτάνουμε στο τέλος στο ίδιο αποτέλεσμα…πάντα στον ίδιο τόπο …που ????? )
Στο λουρή του Αγίου Πέτρου στη Άυλόπορτα του Παράδεισου….
Οι εκπρόσωποι του θεού ( οι παπάδες) …μας καλούνε δια του λόγου τους..και μας παροτρίνουν συνεχώς να αποφεύγουμε τις αμαρτίες τα πολλά κρέτα τα λίπη και τα πυλάφια και να προτιμούμε τα όσπρια τα χόρτα και όλα γενικά τα λαδερά και τον μπακαλιάρο και να πηγαίνουμε στο μικροβιολογικό τους εργαστήριο για να μας πάρουνε αίμα και να κάνουνε συχνα τις απαραίτητες μικροβιολογικές εξετάσεις …και να είμαστε πάντα έτοιμοι για το τέστ κοπώσεως…του Αγίου.Πέτρου….και ο κάθε ένας κατά που είναι σκλάβος στα πάθη ντου …..χαράση και τη μοίρα ντου……Πρώτα πρέπη να ντυθή ο κάθε ένας μας…μέ τον μανδύα της ταπείνωσης… να χαλιναγωγήση τα πάθη του και τον εαυτόν αυτού……και κατα τον ποδαρόδρομόν του στη στράτα τσι ζωής…να μη κάμη λάθος σε κανένα σταυροδρόμι…απο…αυτά που θα συναντηση…στη ζωή ντου.και στο τέλος…αντι να βρεθή αλλου.να πάη αλλού΄΄…και καμια φορά πομένη και χάνεται και μεσόστρατα…
( ο ‘εχων ώτα ακούη΄)…………
…ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΣΟΥ ΕΤΑΧΤΙΚΑ ΣΤΣΙ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΡΟΥΧΑ ΝΑ ΦΟΡΩ ΚΛΑΘΕ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΡΗ…….
Τσι μεγάλες εορτές τσι χριστιανοσύνης ( τη λαμπρη τα χριστόγεννα και το δεκαπεντάρη )
Πολλές μέρες Ενηστέγανε…οι γι’αθρώποι το χρονο περίπου με το μάτι φαίνοντε εκατο μέρες ανε βάλωμε τα δυο σαραντα μερα και το δεκαπεντάρηκαι ανε βάλωμε και κάτι πάλι μια νυστεία που ήτανε το θέρος σύν τετραδοπάρασκα θεοψυχά μου ούτε εκατο πενήντα μέρες το χρόνο δεν επομένανε για να τρώη ο άθρωπος λεριά (αρτήσιμα)…π.χ. απο την τυρινή την τελευταία κεριακη των αποκρεων μέχρι την βραδυά της αναστάσεως το βράδυ του Μ.Σαββάτου ..ολοι ετρωγανε νηστήσιμα βραστερικά χόρτα μόνο λαδερά.που απο την αδυναμία και τη πολύ σκαλίδα αν εβάστανε ακόμη η νυστεία δέκα μέρες. ήθελα να μη μπορούν να πορίσουνε οι αθρώποι.όξω .απο τη πόρτα του σπιθιούν τωνε απο την αδυναμία..αφου εθώριες .μερικούς και είχανε κυταλιάση και εφέγγανε τα καύκαλα των αυτιών τωνε.έίχανε στεγνώση.τελείως.και σ’τσί στράτες επιένανε και δεν. επιένανε………Εκτός απο.μερικούς κοιλιόδουλους ΄που αυτοί…γή Λαμπρη είναι…. γη δεκαπεντάρη…. ποτές τωνε δεν νυστένε ούτε το κρέας και ούτε το λάδι…… Και όλη η κατηγορία των αθρώπω τούτηνα ήτανε φορτωμένοι με αμαρτίες της χολιστερίνης ..και των τριγλυκεριδίων..και μετά θα τους ακολουθούσε και το πρωπατορικό αμάρτημα της .πιέσης.και.του ζαχάρου…..Βέβαια όταν θα ερχόταν η ώρα και θα φτάνανε στη πόρτα του παραδείσου ο Αγιος Πέτρος θα τους ανέβαζε στο λουρή για ένα τέστ κοπώσεως και για τα.τρίμπλεξ..αλλά ουδείς θα το περνούσε αυτο το τέστ. και έτσι όλοι θα χάνανε την βασιλεία των ουρανών και θα μένανε έξω.απο την πύλη και δεν θα γευότανε ουδείς τον παράδεισο……..Όλα αυτά επαναλαμβάνωντε απο όλους μας.κάθε χρόνο και κάθα είς το ερμηνευγη και το μεταδίδη με το δικό του τρόπο …απο γενιά σε γενιά αλλά όλοι φτάνουμε στο τέλος στο ίδιο αποτέλεσμα…πάντα στον ίδιο τόπο …που ????? )
Στο λουρή του Αγίου Πέτρου στη Άυλόπορτα του Παράδεισου….
Οι εκπρόσωποι του θεού ( οι παπάδες) …μας καλούνε δια του λόγου τους..και μας παροτρίνουν συνεχώς να αποφεύγουμε τις αμαρτίες τα πολλά κρέτα τα λίπη και τα πυλάφια και να προτιμούμε τα όσπρια τα χόρτα και όλα γενικά τα λαδερά και τον μπακαλιάρο και να πηγαίνουμε στο μικροβιολογικό τους εργαστήριο για να μας πάρουνε αίμα και να κάνουνε συχνα τις απαραίτητες μικροβιολογικές εξετάσεις …και να είμαστε πάντα έτοιμοι για το τέστ κοπώσεως…του Αγίου.Πέτρου….και ο κάθε ένας κατά που είναι σκλάβος στα πάθη ντου …..χαράση και τη μοίρα ντου……Πρώτα πρέπη να ντυθή ο κάθε ένας μας…μέ τον μανδύα της ταπείνωσης… να χαλιναγωγήση τα πάθη του και τον εαυτόν αυτού……και κατα τον ποδαρόδρομόν του στη στράτα τσι ζωής…να μη κάμη λάθος σε κανένα σταυροδρόμι…απο…αυτά που θα συναντηση…στη ζωή ντου.και στο τέλος…αντι να βρεθή αλλου.να πάη αλλού΄΄…και καμια φορά πομένη και χάνεται και μεσόστρατα…
( ο ‘εχων ώτα ακούη΄)…………
…ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΣΟΥ ΕΤΑΧΤΙΚΑ ΣΤΣΙ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΡΟΥΧΑ ΝΑ ΦΟΡΩ ΚΛΑΘΕ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΡΗ…….
Τρίτη 4 Αυγούστου 2009
ΑΠΟΚΡΕΣ ΣΤΟ ΨΗΛΟΡΕΙΤΗ..........ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΗΘΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
Αποκρές στο ψηλορείτη
Παλιά η αποκρές στα χωριά του ψηλορείτη δεν είχανε πράμμα το σπουδαία. Ήτανε μέρες μόνο για να ποκρηγιώσουνε στα σπίθια να μήν ξαναφάνε κριάς και διάφορα άλλα λεριά ( όπως τυροκομιό αυγά κλπ) μέχρι την ημέρα τσι Λαμπρής. Οι μέρες τσί αποκριάς ήτανε λίγο κομικές εμουζώνανε οι γιαθρώποι τσι μούρες τωνε απο τα τηγάνια και τα τσικάλια οι άντρες εφορούσανε φουστάνες απο τσι γριές και εβάνανε στι ράχη πανιά τάχα πως ήτανε καμπούρες και οι γυναίκες εφορούσανε στιβάνια και αντρικά ρούχα με κρουσάτο μαντήλι στην κεφαλή και το παίζανε άντρες όπως και νάτανε ντυμένοι στην μέση τους εδένανε λέρια και καμπανέλια που όπως εχοροπηδούσανε επαίζανε και τα λέρια που εβαστούσανε. Στη μούρη όποιος δέν ήθελε να μουζωθή έβανε ένα διάφανω μαντήλι που εθώριενε από μέσα χωρίς οι άλλοι να γατένε πιός είναι.
Όπου επαρουσιάζουντονε οι μασκαράδες επηγαίνανε συνήθως ομαδικά στα σπίθια και στους δρόμους και εχοροπηδούσανε γη εχορέγανε άμα το ράδιο γή το γραμόφωνο έπαιζε καιμιά πλάκα με κρητικά τραγούδια. Στο πιό σύχρονο ντύσιμο των μασκαράδων ήτανε κομμένη εφημερίδα πού εκάνανε την σημερινή προσωπίδα με τρύπες για να φέγγουνε τα μάθια ντωνε να θωρούνε να πορπατούνε και στην κεφαλή εσάζανε πάλι με εφημερίδα ένα μακρόστενο καπέλο σάν του αστρολόγου πού είχε ο καζαμίας στο ξώφυλον του κάθε χρόνο ζωγραφισμένο
Οι άλλοι όπως τσι ξανοίγανε ντυμένους εβάνανε το μυαλό ντωνε σε μεγάλη ερευνητική παρατηρητικότητα, για το πιός είναι ό κάθε μασκαρεμένος που μετα έλεγε πώς σε όλα τα σπίθια που επήα δεν με γνώρισε κανείς παρά ο τάδε......
Τσ’αποκρές τσι ζούσανε και οιβοσκοί στ’όρη που εξωμένανε στα σπιτάκια. Μια χρονιά λέη ήτανε δυο βοσκοί και εψίνανε ένα γουλίδι κρέας σε μιά ξύλινη σούβλα πού είχανε καομένα αμοναχοί ντωνε ετρώγανε λοιπόν το βράδυ το κρέας επετούσανε και τα κόκαλα τω σκυλώ, μα ήτωνε πολύ το κρέας καιτο λυπηθήκανε να το δώσουνε σ’τσι σκύλους τόσονα κρέας και αποφασίσανε να θέσουνε και τα μεσάνυχτα που θα μεταπνήσουνε θα κάτσουνε να το ποφάνε αφου η άλλη μέρα που εξημέρωνε ήτανε καθαρή Δευτέρα και δεν τρώνε. Το κρέας τόχανε δίπλα στη φωθιά που έναφτε μέσα στο γυριστό σπιτάκι αυτοί εθέκανε απάνω σ΄τσι θρύμπες που είχανε οι πεζούλες και εκουκουλωθήκανε τσι γαμπάδες τωνε και εποκοιμηθήκανε, απο την κούραση δεν εξυπνήσανε την ώρα που έπρεπε να φάνε το κρέας. Και ΄΄οταν άρχισε να ξυμερώνη ξύπνά O γής και θωρή το κρέας αφάωτο και πιάνη την βέργα ντου και παίζη μια μπίκια τ’αλλού έκια που εκοιμούντανε έ κακομοίρη βούιδαρε και επόμεινενε το κρέας καί εδά, λέη πελαγωμένος και του ΄κανη ο άλλος που είχιενε πιό πραχτικό μυαλό, δεν πειράζη βάλε το γαμπά σου στη πόρτα να σκοτινιάση να φάνε το κρέας και απής θα το φάνε θα βγούμε όξω απο το σπιτάκι,να μασε δή ο ήλιος μα το ίδιο κάνη. Και με τον τρόπο αυτό καθυστερίσανε περισσότερο την διάρκεια της νύχτα και έτσι δεν είχανε καμιά αμαρτία που εφάγανε λεριά (αρτήσιμα)την καθαρή Δευτέρα......
Παλιά η αποκρές στα χωριά του ψηλορείτη δεν είχανε πράμμα το σπουδαία. Ήτανε μέρες μόνο για να ποκρηγιώσουνε στα σπίθια να μήν ξαναφάνε κριάς και διάφορα άλλα λεριά ( όπως τυροκομιό αυγά κλπ) μέχρι την ημέρα τσι Λαμπρής. Οι μέρες τσί αποκριάς ήτανε λίγο κομικές εμουζώνανε οι γιαθρώποι τσι μούρες τωνε απο τα τηγάνια και τα τσικάλια οι άντρες εφορούσανε φουστάνες απο τσι γριές και εβάνανε στι ράχη πανιά τάχα πως ήτανε καμπούρες και οι γυναίκες εφορούσανε στιβάνια και αντρικά ρούχα με κρουσάτο μαντήλι στην κεφαλή και το παίζανε άντρες όπως και νάτανε ντυμένοι στην μέση τους εδένανε λέρια και καμπανέλια που όπως εχοροπηδούσανε επαίζανε και τα λέρια που εβαστούσανε. Στη μούρη όποιος δέν ήθελε να μουζωθή έβανε ένα διάφανω μαντήλι που εθώριενε από μέσα χωρίς οι άλλοι να γατένε πιός είναι.
Όπου επαρουσιάζουντονε οι μασκαράδες επηγαίνανε συνήθως ομαδικά στα σπίθια και στους δρόμους και εχοροπηδούσανε γη εχορέγανε άμα το ράδιο γή το γραμόφωνο έπαιζε καιμιά πλάκα με κρητικά τραγούδια. Στο πιό σύχρονο ντύσιμο των μασκαράδων ήτανε κομμένη εφημερίδα πού εκάνανε την σημερινή προσωπίδα με τρύπες για να φέγγουνε τα μάθια ντωνε να θωρούνε να πορπατούνε και στην κεφαλή εσάζανε πάλι με εφημερίδα ένα μακρόστενο καπέλο σάν του αστρολόγου πού είχε ο καζαμίας στο ξώφυλον του κάθε χρόνο ζωγραφισμένο
Οι άλλοι όπως τσι ξανοίγανε ντυμένους εβάνανε το μυαλό ντωνε σε μεγάλη ερευνητική παρατηρητικότητα, για το πιός είναι ό κάθε μασκαρεμένος που μετα έλεγε πώς σε όλα τα σπίθια που επήα δεν με γνώρισε κανείς παρά ο τάδε......
Τσ’αποκρές τσι ζούσανε και οιβοσκοί στ’όρη που εξωμένανε στα σπιτάκια. Μια χρονιά λέη ήτανε δυο βοσκοί και εψίνανε ένα γουλίδι κρέας σε μιά ξύλινη σούβλα πού είχανε καομένα αμοναχοί ντωνε ετρώγανε λοιπόν το βράδυ το κρέας επετούσανε και τα κόκαλα τω σκυλώ, μα ήτωνε πολύ το κρέας καιτο λυπηθήκανε να το δώσουνε σ’τσι σκύλους τόσονα κρέας και αποφασίσανε να θέσουνε και τα μεσάνυχτα που θα μεταπνήσουνε θα κάτσουνε να το ποφάνε αφου η άλλη μέρα που εξημέρωνε ήτανε καθαρή Δευτέρα και δεν τρώνε. Το κρέας τόχανε δίπλα στη φωθιά που έναφτε μέσα στο γυριστό σπιτάκι αυτοί εθέκανε απάνω σ΄τσι θρύμπες που είχανε οι πεζούλες και εκουκουλωθήκανε τσι γαμπάδες τωνε και εποκοιμηθήκανε, απο την κούραση δεν εξυπνήσανε την ώρα που έπρεπε να φάνε το κρέας. Και ΄΄οταν άρχισε να ξυμερώνη ξύπνά O γής και θωρή το κρέας αφάωτο και πιάνη την βέργα ντου και παίζη μια μπίκια τ’αλλού έκια που εκοιμούντανε έ κακομοίρη βούιδαρε και επόμεινενε το κρέας καί εδά, λέη πελαγωμένος και του ΄κανη ο άλλος που είχιενε πιό πραχτικό μυαλό, δεν πειράζη βάλε το γαμπά σου στη πόρτα να σκοτινιάση να φάνε το κρέας και απής θα το φάνε θα βγούμε όξω απο το σπιτάκι,να μασε δή ο ήλιος μα το ίδιο κάνη. Και με τον τρόπο αυτό καθυστερίσανε περισσότερο την διάρκεια της νύχτα και έτσι δεν είχανε καμιά αμαρτία που εφάγανε λεριά (αρτήσιμα)την καθαρή Δευτέρα......
Αναρτήθηκε από
ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΛΑΔΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΜΥΛΟΠΟΤΑΜΟΥ ΤΟ 1904 Η ( ΧΑΗΝΗΣ ) παπους του eklados & των χαηνηδων
στις
11:32 π.μ.
0
σχόλια
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)